Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

οι TRICOOLORE παίζουν world jazz και προέρχονται από την Κύπρο

Η world jazz, εκείνη την οποία… φάγαμε με το κουταλάκι στα nineties, εξακολουθεί να υφίσταται και, γιατί όχι, να σε παρασύρει στους δαιδαλώδεις δρόμους της. Με μια διαφορά όμως, που μπορεί να είναι και άκρως σημαντική. Δηλαδή είναι. Δεν έχει επάνω της, πια, τα «φώτα της δημοσιότητας». Και αυτό είναι καλό, δηλαδή πολύ καλό. Σημαίνει, κατ’ αρχάς, την ύπαρξη μουσικών και συγκροτημάτων, που δεν εκκινούν από κάποια μόδα ή συνταγή επιτυχίας, αλλά από τη βαθιά ανάγκη να υπάρξουν στο χώρο με τέτοιου τύπου μουσικές, πέραν των εφήμερων προσκολλήσεων. Προσωπικά, αυτό το μετράω πάρα πολύ. Κι είναι ένα, οπωσδήποτε, πρώτο μεγάλο «συν». Ένα δεύτερο «συν» είναι η δυνατότητα να επεξεργάζεσαι και να αφομοιώνεις ό,τι σου πάει μέσα από μια, πλέον, πολυετή παράδοση στο συγκεκριμένο ύφος, δημιουργώντας τις δικές σου θέσεις και απόψεις. Από τη στιγμή κατά την οποία δεν υπάρχει, δηλαδή, κυρίαρχη συνταγή, νοιώθεις οπωσδήποτε πιο ελεύθερος και άρα πιο ειλικρινής όσον αφορά όλα εκείνα που επιθυμείς να παρουσιάσεις. Τούτο το… ακούμε στους TriCoolOre, ένα κυπριακό συγκρότημα, το οποίο αποτελούν οι Νίκος Δούκας μπάσο, Άγγελος Δούκας ακουστικό, ηλεκτρικό πιάνο, ακορντεόν και Βασίλης Βασιλείου ντραμς. Δίπλα σ’ αυτούς τους τρεις υπάρχει, συχνά, κι ένας τέταρτος, ο τρομπετίστας Παντελής Στόικος, ενώ σε επιμέρους κομμάτια συμβάλλουν οι κιθαρίστες Δημήτρης Λάππας και Τάκης Μπαρμπέρης.
Ηχογραφημένο στο στούντιο SIERRA στην Αθήνα (να υπενθυμίσουμε, απλώς, πως οι TriCoolOre είχαν εμφανιστεί και στο περσινό 16ο Athens Technopolis Jazz Festival) το World Without Words [Private, 2017] είναι βασικά ένα CD… μεγάλων συνθέσεων.
Οι κύπριοι μουσικοί είναι καταπληκτικοί, καθώς χωρίς πολλά-πολλά, απλώς και μόνο με τη δύναμη και την πληρότητα του ταλέντου τους καταφέρνουν να πουν τα πάντα. Και να ενώσουν ηχητικά την Ανατολή με τη Δύση, που είναι από τα βασικά προτάγματά τους, και να μπορέσουν πάνω σ’ αυτή τη γραμμή, που πολλοί την έχουν τραβήξει μέχρι το άπειρο, να τοποθετήσουν σεμνά και ταπεινά και κυρίως δημιουργικά τους εαυτούς τους. Με συνθέσεις όπως η “Waterfall” ή η “Recollections” –αν και κακώς ξεχωρίζω κάτι, από ένα άλμπουμ που έχει πλήρη ενότητα και μόνο φοβερά κομμάτια– οι TriCoolOre μάς παρουσιάζονται ως ένα γκρουπ πραγματικά υψηλών προδιαγραφών, που γνωρίζει όχι μόνο να παρουσιάζει σπουδαία δικά του tracks, αλλά και να χειρίζεται, να χειρίζονται τα μέλη του δηλαδή, με τρόπο τέλειο ηχοχρώματα, που σπανίως τα συναντάς στην ελληνική δισκογραφία να ίπτανται σε τέτοια αισθητικά ύψη (και μιλάω για το ηλεκτρικό πιάνο πρώτα-πρώτα).
Κλάσης άλμπουμ.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

BLIND WILLIE JOHNSON ένα tribute με αξία από την Alligator, για τον θρύλο των θρησκευτικών blues

Πέρυσι κυκλοφόρησε από την Alligator ένα πράγματι δυνατό άλμπουμ. Εμείς θα πούμε τώρα λίγα λόγια, με κάποια καθυστέρηση δηλαδή, αν και ποτέ δεν είναι αργά, όταν είναι να γράψεις για δίσκους τέτοιας δυναμικής, που έχουν «από τη μάνα τους» μιαν αναντίρρητη και αυταπόδεικτη αξία.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα tribute στον Blind Willie Johnson (1897-1945) τον θρύλο τραγουδοποιό τού θρησκευτικού blues (ήταν ευαγγελικός), που επηρέασε με τα τραγούδια του (“Dark was the nightcold was the ground”, “John the Revelator”, “Lord I just cant keep from cryingκ.λπ.) κόσμο και κοσμάκη από τα sixties και μετά.
Ο Blind Willie Johnson έζησε λίγο, μόλις 48 χρόνια, και ηχογράφησε, ό,τι ηχογράφησε, επίσης σε ελάχιστα χρόνια – από το 1927 έως το 1930. Πολλά πράγματα για τη ζωή του δεν είναι γνωστά, όμως όταν «ανακαλύφθηκε» κι αυτός στο δεύτερο μισό του ’50, μέσω μιας έκδοσης που είχε επιμεληθεί ο Samuel B. Charters για την Folkways (1957), τα τραγούδια του άρχισαν να ακούγονται περισσότερο και να γνωρίζουν διασκευές καθ’ όλη τη διάρκεια των sixties (Leon Bibb, Geoff Muldaur, Davy Graham, John Renbourn, John Hammond, Blues Project, Grateful Dead, Captain Beefheart, Ten Years After…), κάτι που συνεχίστηκε φυσικά έως και τις μέρες μας.
Το τραγουδιστικό στυλ του Blind Willie Johnson ήταν σφόδρα επηρεασμένο από τα gospel, ενώ το slide παίξιμό του στην κιθάρα εντάσσεται στο κλασικό ύφος του country blues (π.χ. κοντά σ’ εκείνο του Blind Lemon Jefferson). Η θεματολογία, επίσης, ήταν εκείνη που έκανε διακριτά τα τραγούδια τού Blind Willie, καθώς σε αυτά εξέφραζε πραγματικά μύχιες ή και μεταφυσικές έσω καταστάσεις, μ’ έναν βαθιά συναισθηματικό σχεδόν εκστατικό και συντριμμένο ψυχικά τρόπο. Τούτο, φυσικά, εκτιμήθηκε σφόδρα στην πορεία και κάπως έτσι τα τραγούδια του έφθασε να επηρεάζουν τους πάντες, ακόμη και τώρα (άκου π.χ. σύγχρονες versions από White Stripes και Bill Frisell μέχρι Govt Mule και Nick Cave).
Συνήθως πίσω από τέτοια projects, όπως το παρόν God Dont Never Change, The Songs of Blind Willie Johnson [Alligator/ AN Music, 2016] βρίσκεται πάντα κάποιος άνθρωπος, που θα κινήσει τα νήματα, που θα βρει τους καλλιτέχνες, που θα τρέξει και θα εμψυχώσει γενικώς – κι έτσι κι εδώ ο άνθρωπος αυτός υπάρχει και λέγεται Jeffrey Gaskill. Για να πω την αλήθεια το επώνυμο “Gaskill” δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα και αν δεν διάβαζα στο πολύ καλό booklet πως ο ίδιος ήταν πίσω και από το “The Gospel Songs of Bob Dylan”, που είχε βγει από την Columbia το 2003, δεν θα μπορούσα να κάνω με τίποτα μια κάποια σύνδεση. Τέλος πάντων… αυτά μικρή σημασία έχουν. Αν και ίσως δεν έχει εντελώς μικρή σημασία το γεγονός πως ο Gaskill δεν ήξερε τίποτα για τον Blind Willie μέχρι το 2002 (το λέει ο ίδιος, και είναι προς τιμήν του), παρότι πολλά τραγούδια του τα γνώριζε από «τρίτους». Εν πάση περιπτώσει ο Gaskill δούλεψε καλά για χρόνια, και όχι χωρίς ζόρια, μέχρι να χτυπήσει την πόρτα του Iglauer (το αφεντικό της Alligator), ίνα δει τον κόπο του «ζωντανό» σ’ αυτό το ultra περιποιημένο CD.
Έντεκα από τα πιο γνωστά blues του Blind Willie Johnson αποδίδονται λοιπόν εδώ από πάρα πολύ γνωστούς έως και απλώς γνωστούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα, φανερώνοντας, κατ’ αρχάς, κάτι σημαντικό, πως η μεγάλη λαϊκή τραγουδοποιία των twenties (και των thirties κ.λπ.) παραμένει ζωντανή στην Αμερική, και ακόμη πως χώρες σαν και τη δική μας, με ανάλογη (απλώς ανάλογη) αριστουργηματική μουσική από την ίδιαν εποχή, βρίσκονται ακόμη στην κοσμάρα τους. Πού είναι ένα ανάλογο ελληνικό πρότζεκτ για τον Σωτήρη Γαβαλά ή για τον Ανέστη Δελιά; Θα περιμένουμε δεκαετίες ακόμη…
Από τις versions πάνω στα αθάνατα τραγούδια του Blind Willie Johnson ξεχωρίζω εκείνες του Tom Waits στα “The soul of a man” και “John The Revelator” (μόνο ο Captain Beefheart θα τα έλεγε καλύτερα), ενώ από κοντά τοποθετώ τα “Its nobodys fault by mine” και “God dont never change” με την Lucinda Williams (τι φωνάρα διατηρεί αυτή η γυναίκα ακόμη!), καθώς και το “Mothers children have a hard time” με τους Blind Boys of Alabama. Επίσης το “Keep your lamp trimmed and burning” από τον Derek Trucks και την Susan Tedeschi. Μερικές εκδοχές δεν με αγγίζουν και τόσο, παρότι το έχουν σε επάρκεια το gospel στοιχείο, καθώς ακούγονται κάπως… εκκωφαντικές (το “Trouble will soon be over” με τη Sinead OConnor π.χ.), ενώ ορισμένες άλλες δεν πείθουν και τόσο για την «κόλασή» τους, όπως το “Dark was the nightCold was the ground” με την Rickie Lee Jones. Άλλες πάλι έχουν ένα ποπ/ροκ επίχρισμα που επίσης δεν μου μοιάζει και τόσο συμβατό με την τραγουδοποιία τού Blind Willie –αλλά ok–, όπως ας πούμε η εκδοχή των Cowboy Junkies στο “Jesus is coming soon”.
Σε γενικές γραμμές το “God Dont Never Change” είναι ένα αρκετά καλό και δυνατό tribute (ας είναι καλά ο Τομ και η Λουσίντα πρώτα-πρώτα), αν και σ’ αυτές τις περιπτώσεις εγώ θα πω το κλασικό.
Όσοι διαβάζουν λοιπόν αυτές τις γραμμές ας ψάξουν ν’ ακούσουν πρώτα τα πρωτότυπα τραγούδια τού Blind Willie Johnson και μετά ας περάσουν μια βόλτα και από τις versions. Έτσι, μόνον, το κέρδος θα είναι πολλαπλό.
 

ΚΥΜΑ ένα περιοδικό Λόγου και Τέχνης

Καινούριο, Α4, ασπρόμαυρο βασικά περιοδικό που λέγεται Κύμα έχω στα χέρια μου, την ύλη του οποίου σχεδιάζουν οι ποιητές Γιώργος Δάγλας, Τζούτζη Μαντζουράνη και Άκανθος.
Πρώτο τεύχος, λοιπόν, βασικά με ποιήματα νέων και λιγότερο νέων ποιητών, και ακόμη με κείμενα (κριτικά, παρουσιάσεις ή και διηγήματα) και φωτογραφίες. Το στήσιμο είναι συμπαθητικό, για ανεξάρτητη προσπάθεια, και φυσικά μπορεί να γίνει καλύτερο. Βεβαίως το ποίημα, γενικώς, από την κατασκευή του και τη διαρρύθμισή του δεν βοηθάει πάντα στο στήσιμο ενός περιοδικού, αλλά νομίζω πως στην περίπτωση του Κύματος χωρούν βελτιώσεις. Επίσης πρέπει να προσεχθεί να μην κόβουν τα κείμενα οι φωτογραφίες, γιατί, έτσι, καθίσταται δύσκολη η παρακολούθησή τους, π.χ. στη σελίδα 25. Τι υπάρχει εκεί στη σελ.25, αλλά και στην 24, την 26 και την 27; Μια πολύ ενδιαφέρουσα μεταφρασμένη συνέντευξη του γερμανού θεατρικού συγγραφέα, μυθιστοριογράφου κ.λπ. Peter Handke στην εφημερίδα (Die) Zeit. Λέει κάπου ο Handke (που εικονίζεται και στο εξώφυλλο):
«Την σήμερον ημέρα γράφει ο καθένας άκοπα και παίρνει το γερμανικό βραβείο βιβλίου, και βλέπω αμέσως πως πρόκειται για σαχλαμάρες. Το γεγονός πως σήμερα γράφουν όλοι σκέφτομαι, μερικές φορές, πως είναι και δικό μου φταίξιμο. Είχαν δει τότε εμένα, από φωτογραφίες μου στο Princeton και τέτοια, και θα σκέφτηκαν. Αν το μπορεί αυτός ο χαμένος, το μπορώ κι εγώ. Για μένα όμως το να γράφω είναι ένα βίαιο ταμπού, μια θρασύτητα! Μια σιωπηρή αυθάδεια».
Πέραν λοιπόν των ποιητών που συμμετέχουν στην έκδοση (τα ονόματα των οποίων τα βλέπετε και στο εξώφυλλο) και πέραν της συνέντευξης του Handke, να σημειώσουμε το κείμενο τής Ελένης Κουρμαντζή για τον ελληνοεβραίο ποιητή, μελετητή και μεταφραστή από τα Γιάννενα Γιωσέφ Ελιγιά, καθώς και το ανάλογο (του Ηλία Μέλιου) για τον πατρινό ποιητή Χρίστο Λάσκαρη.
Καλή προσπάθεια, που αξίζει να συνεχιστεί.
Επαφή: www.kyma.online, kyma.periodiko@gmail.com, τηλ. 6984 351831

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

PUTA VOLCANO stoner ελληνικό, που ρίχνει στ’ αυτιά σε πάμπολλα ξένα

Οι Puta Volcano (Έλληνες είναι) έχουν άλλα δύο άλμπουμ στη δισκογραφία τους, οπότε το τρίτο τους, το Harmony of Spheres [Iota5 Records, 2017], δείχνει κάτι όχι αυτονόητο. Πως το συγκρότημα ζει και υπάρχει, βγάζοντας δίσκους και κυρίως… βασιλεύει, καθώς το όλον «πακέτο» είναι πάρα πολύ καλό (ανεξαρτήτως της οποίας μικρής ή μεγαλύτερης επιτυχίας του – τους ευχόμαστε βεβαίως το καλύτερο).
Η μπάντα είναι τετραμελής και αποτελείται από την Luna Stoner φωνή και ακόμη τους Alex Pi. κιθάρες, Steven Stefanidis ντραμς και Bookies μπάσο. Το ύφος τους; Ένα stoner παρακλάδι, με σκόρπια «σκληρά» και early 90s ροκ στοιχεία, με τις κιθάρες μπροστά, βεβαίως με τα φωνητικά σε πρώτο πλάνο επίσης, μα πάνω απ’ όλα με τις μεστές και σωστά απλωμένες συνθέσεις τους, που κυλάνε πειστικά και με άνεση. Θα το ξαναπώ…
Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό πόσο έχουν προχωρήσει τα ελληνικά γκρουπ. Και κυρίως πόσο εύκολα πια «δένουν» τον ήχο τους. Είναι η ενασχόληση με τη μουσική από τις μικρές ηλικίες, τα μουσικά σχολεία, τα ακούσματα, η τριβή στο πάλκο και στα στούντιο, το ταλέντο (λίγο ή περισσότερο); Όλα αυτά μαζί. Η εποχή, δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία περί τούτου, έχει τα περισσότερο «καλά» ελληνικά συγκροτήματα από οποιαδήποτε άλλη τού παρελθόντος. Μπορεί οι αιχμές να μην αγγίζουν συχνά-συχνότατα το «πολύ υψηλό», το «άλλο», το «αληθινά διαφορετικό», και εν πάση περιπτώσει να είναι πολύ περιορισμένες, αλλά, από την άλλη, είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσεις μέτρια ή αδιάφορα συγκροτήματα – όπως εντόπιζες σε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι Puta Volcano πάντως είναι γκρουπάρα, για να μην παρεξηγούμαστε. Το “Harmony of Spheres”είναι εξαιρετικό CD/LP και τραγούδια σαν τα “Jovian winds” και “Moebius” δεν τα βρίσκεις ούτε στα καλύτερα συγκροτήματα του είδους. Κάτι Kyuss εννοώ και κάτι Queens of the Stone Age…

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

WILD ROCKET κορίτσια της γκαραζοψυχεδέλειας

Οι Wild Rocket είναι ένα 5μελές γκαραζοψυχεδελικό (ας το πούμε έτσι) γυναικείο γκρουπ από την Αδελαΐδα (Αυστραλία), έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα δύο άλμπουμ. Το “Salad Days” το 2011 και το Daisy Dream το 2014. Αυτό το δεύτερο άλμπουμ τους κυκλοφορεί, τώρα, από τη γνωστή μας (ελληνική) G.O.D. Records σ’ ένα CD 100 μόλις αριθμημένων αντιτύπων, δίνοντάς μας την ευκαιρία να σταθούμε σ’ αυτό το πολύ καλό γκρουπ, που πατώντας πάνω σε απλές (κι έτσι πρέπει να ’ναι) συνταγές ξέρει να δίνει σωστά τραγούδια.
Μάλιστα, οι Wild Rocket δεν είναι ένα τυπικό αναβιωτικό σχήμα. Έχουν ήχο σημερινό και επιρροές που ξεφεύγουν από το garage-psych, οδεύοντας και προς την pop, το folk, την μπαλάντα κ.λπ. (οι Rolling Stones τoυ δεύτερου μισού των sixties είναι πάντως μια βασική αναφορά). Κυρίως τα κορίτσια ξέρουν να γράφουν ωραία τραγούδια, με αρχή, μέση και τέλος, τα οποία υποστηρίζουν εξ ίσου δημιουργικά με τις φωνές και τα όργανά τους. Από τα δέκα κομμάτια του CD τους τα οκτώ είναι πρωτότυπα και τα δύο versions – εκτός κι αν μου ξέφυγε και κανα τρίτο. Η πρώτη διασκευή αφορά στο “Hes not far” των Pandoras (πιθανώς πολλοί να θυμούνται αυτό το εξαιρετικό γυναικείο garage γκρουπ από τα αμερικάνικα eighties), το οποίο οι Αυστραλές δεν το λένε τόσο «νευρικά», αλλά κάπως πιο συγκρατημένα, χωρίς όμως να το αλλοιώνουν. Πολύ καλές είναι δε και στην άλλη version στο πασίγνωστο “Im not like everybody else” των Kinks, το οποίο υποστηρίζουν με δύναμη και τόλμη. Από ’κει και κάτω είναι βεβαίως τα δικά τους κομμάτια, τα οποία επίσης ξεχειλίζουν από μελετημένο και σωστά τοποθετημένο rock, όχι στη λογική του 2λεπτου-3λεπτου, αλλά σ’ εκείνη του 3λεπτου-4λεπτου, που σημαίνει πως υπάρχει ο «χώρος» ώστε και οι μελωδίες να αναπτυχθούν και τα σόλι να διατρέξουν τη διαδρομή που πρέπει. Από τα ωραιότερα τραγούδια τού “Daisy Dream” είναι η ροκ-μπαλάντα “Clearlight”, που έχει ωραία αρμονική φωνητική επεξεργασία (The Mamas and the Papas style) κι ένα πλήκτρο(;) με τον ήχο της μελόντικας, που διατρέχει το κομμάτι απ’ άκρη σ’ άκρη, δίνοντάς του έναν νοσταλγικό αέρα. Ξεχωρίζει επίσης το πιο καθαρόαιμο garage-punkYear of the snake” και το περισσότερο… ψυχεδελικό “Daisy dream”, που κλείνει το άλμπουμ.
Επαφή: www.godrecords.blogspot.com
  

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

YOUN SUN NAH – ERIC SCHAEFER δύο CD της ACT Music + Vision

YOUN SUN NAH: She Moves On [ACT 9037-2, 2017]
Δεν ξέρω αν γεμίζει το κενό από το προηγούμενο άλμπουμ της στην ACT (το “Lento” του 2013), όμως και αυτό το CD της Youn Sun Nah έχει πράγματα να δώσει και βεβαίως να διατρανώσει. Βασικά, το γνωστό και αναμενόμενο. Πως η Νοτιοκορεάτισσα είναι «αηδόνι», με φοβερές φωνητικές/εκφραστικές δυνατότητες. Είναι αυτό που λέμε, δηλαδή, μια «τέλεια τραγουδίστρια». Η φωνή της είναι εντυπωσιακή χωρίς φτηνά να εντυπωσιάζει. Ολοκάθαρη, ολοστρόγγυλη, με έκταση, με χρώμα, με εκπληκτική άρθρωση και καταλήξεις… τα ’χει όλα στο τσεπάκι της. Και όταν λέμε «όλα» εννοούμε όλα. Δικά της κομμάτια και των συνεργατών της, ποπ, ροκ, φολκ, τα πάντα. Όλα τα προσαρμόζει στις δικές της (μεγάλες) δυνατότητες και, χωρίς, το ξαναλέω, να εντυπωσιάζει με… ψεύτικες κορδέλες, δίνει ένα άλμπουμ ολοκληρωτικά δικό της. Βεβαίως, οι ενορχηστρώσεις και οι μουσικοί που συμμετέχουν (ο Jamie Saft που χειρίζεται όλα τα πλήκτρα, ο Brad Jones που παίζει κοντραμπάσο, ο ντράμερ Dan Rieser, ο άσσος Marc Ribot στις κιθάρες συν τα έγχορδα, δύο βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο) προσφέρουν πολλά, όμως… όμως… τίποτα απολύτως δεν θα συνέβαινε χωρίς τη φωνή τής Youn Sun Nah.
Εδώ, λοιπόν, την ακούμε να τραγουδά, εκπληκτικά, το ξαναλέω, δικά της τραγούδια και ακόμη Lou Reed, Paul Simon, Joni Mitchell, Jimi Hendrix, Fairport Convnetion, “Black is the color of my true loves hair”, τζαζ στάνταρντ και άλλα με απίστευτη άνεση, δίχως ποτέ να παρεκκλίνει από το υψηλό και το… ανήκουστο.
Δεν έχω κάτι άλλο να πω γι’ αυτή την τραγουδίστρια. Αν και θα προτιμούσα ένα άλμπουμ με καινούρια (δικά της και άλλων) τραγούδια, δεν υπάρχει περίπτωση, ακούγοντας το “She Moves on”, να μη συμφωνήσεις πως ακόμη και τις versions, όταν ερμηνεύονται από την Youn Sun Nah, είναι σαν να τις ακούς για πρώτη φορά.
 
ERIC SCHAEFER: Kyoto mon Amour [ACT 9835-2, 2017]
Ντράμερ είναι ο Γερμανός Eric Schaefer, με καλή δισκογραφία στην ACT και με κάποιο παρελθόν (εκτός ACT), για το οποίο έχουν γίνει αναφορές και στο δισκορυχείον. Στο παρόν CD ο Schaefer πράττει κάτι πρωτότυπο. Έχοντας επισκεφθεί την παλαιά, αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, το Κυότο, κι έχοντας συγχρωτιστεί με ανθρώπους, εμπλακεί σε καταστάσεις και μελετήσει την τοπική ιστορία, επιστρέφει στην πατρίδα του και ηχογραφεί στο Βερολίνο ένα άλμπουμ εις ανάμνησιν όλων όσων έζησε στη μακρινή χώρα της Ανατολής. 
Το “Kyoto mon Amour” δεν είναι ένα τζαζ άλμπουμ με τη στενή έννοια, και ενδεχομένως να μην είναι ούτε και με την πλατιά. Περιέχει κατά βάση μουσικές φολκ ενδιαφέροντος, που αποδίδονται από ένα μικρό σχήμα –ένα κουαρτέτο–, το οποίο αποτελούν οι: Kazutoki Umezu κλαρίνο & μπάσο κλαρίνο, Naoko Kikuchi κότο, John Eckhardt μπάσο και Eric Schaefer ντραμς. Οι συνθέσεις, τώρα, αν και όλες ενός κάποιου ιαπωνικού προφίλ (που άλλοτε φτάνει πολύ βαθιά, και άλλοτε μένει στους τίτλους), δεν είναι πάντα γραμμένες από Ιάπωνες. Από τα 11+1 tracks του CD τα επτά ανήκουν στον Schaefer, τρία είναι ιαπώνων συνθετών, ένα προέρχεται από το OST της ταινίας «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ (μουσική: Georges Delerue & Giovanni Fusco) και ένα, το bonus, είναι μια διασκευή σε μια παβάνα του Ravel.
ΤoKyoto mon Amour” είναι ένα ιδιόμορφο άλμπουμ, προφανούς θα έλεγα ιαπωνικότητας – ακόμη και όταν αυτή (η ιαπωνικότητα) δεν προβλέπεται να είναι τόσο προφανής.

Η ACT Music + Vision εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 29

22/6/2017
>>Η κυρία Σοφία, 47 ετών και μητέρα τριών κοριτσιών, που κατέβηκε στη διαδήλωση με πλακάτ στον λαιμό, ανέλαβε να συνοψίσει γιατί η κυβέρνηση της χώρας έχει τα μαύρα της τα χάλια: «Τα κορίτσια μου πάνε σε ιδιωτικό σχολείο και τα πάμε μόνο σε ιδιώτες γιατρούς. Γιατί εγώ να πληρώνω φόρους για το παιδί του διπλανού που δεν έχει λεφτά; Εγώ αγωνίζομαι για τα δικά μου παιδιά».<<
Αυτή η ανοησία δεν είναι τωρινή. Είναι παμπάλαια. Είναι η βάση του νεοφιλελευθερισμού, και κάτι τέτοια τα έλεγε ο Μίλτον Φρίντμαν στα σέβεντις. 
Από συνέντευξή του στο περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ της αμερικάνικης πρεσβείας (τεύχος 17, Φθινόπωρο 1975) υπό τον τίτλο «Ισότητα – Εχθρός της Ελευθερίας;»:
«Δεν υπάρχει “κοινωνία”, που να μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι. Αυτό που εννοείτε (σ.σ. απαντάει σε άλλον) είναι ότι μερικοί πολίτες θα πρέπει να πληρώνουν για τη διατήρηση της υγείας των άλλων (σ.σ. πράγμα που το θεωρεί ανελεύθερο!)».
Βασικά, εκείνο που έθετε ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου του Σικάγου ήταν η εξασφάλιση ενός κατωτέρου εισοδήματος για τους φτωχούς (ίσα-ίσα για να μην πεθαίνουν από την πείνα – τα λέει και ο Μάνος κάτι τέτοια) και από ’κει και πέρα η δυνατότητα να απολαβαίνεις (από παιδεία και υγεία, μέχρι ταξίδια και λοιπές υλικές απολαύσεις) ανάλογα με το πόσα έχεις ή βγάζεις.

22/6/2107
Πριν μερικές μέρες (11 Ιουνίου) πέθανε, στα 67 του, ο ρουμάνος ντράμερ του free-improv Corneliu Stroe. Εντάξει, εδώ πέρα δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί κανείς, αλλά, αφού το έμαθα, ας πω δυο λόγια.
Ο Stroe ήταν μέλος της μπάντας του πιανίστα Harry Tavitian κι είχε ηχογραφήσει μαζί του για την Leo Records, του Ρώσου Leo Feigin στα έιτις (εκεί είχαν βγει και δίσκοι του Σάκη Παπαδημητρίου ως γνωστόν). Stroe και Tavitian είχαν εμφανιστεί μαζί με τον Φλώρο Φλωρίδη στα 90s, στο Ιάσιο, στη Ρουμανία, ενώ Φλωρίδης και Tavitian είχαν εμφανιστεί και στην Αθήνα, στη γιορτή για τα 600 τεύχη του περιοδικού ΑΝΤΙ (την άνοιξη του ’96). Δεν θυμάμαι αν ήταν μαζί τους και ο Stroe…

21/6/2017
Tο «Πίσω απ’ τη Βιτρίνα» (1981) είναι ένας από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους της δεκαετίας του ’80. Αν και δεν είμαι «παπαδοπουλικός» ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε μερικούς από τους καλύτερους λυρικούς στίχους του στην πρώτη πλευρά του άλμπουμ, καθώς στη δεύτερη οι στίχοι ήταν κοινωνικοπολιτικοί και ανήκαν στον Κώστα Τριπολίτη. Μουσικές βεβαίως από τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τραγούδι από τον Γιάννη Κούτρα. Από την πλευρά του Τριπολίτη είναι το τραγούδι που ακούμε…
Ο τύπος που το ανέβασε «σκότωσε» το βίντεό του μ’ αυτή την άθλια φωτογραφία. Δυστυχώς δεν υπάρχει άλλο στο YouTube. Το τραγούδι έχει ελάχιστα views μέσα σε 3 χρόνια. Ντροπή...

19/6/2017
Η ηλεκτρονική γραφειοκρατία είναι ασυζητητί πιο οργουελική από τη συμβατική. Πρόκειται για ένα τρομοκρατικό σύστημα, που μπορεί να σε εκμηδενίσει και να σε ισοπεδώσει ψυχολογικά από τη μια στιγμή στην άλλη.
Τη συμβατική απλώς την αντιπαθούσα, αυτήν τη σιχαίνομαι.

17/6/2017
Και ο Κουρής κάτι τέτοιες αρλούμπες γράφει...
(πριν 10 μέρες)

TO NEO ROCK

N’ ακούσουμε και να γράψουμε τα σχετικά για μερικά σύγχρονα rock άλμπουμ, που έφθασαν πρόσφατα στα χέρια μας. Πολλά τα ενδιαφέροντα…
NIHILING: Batteri [Kapitan Platte, 2107]
Το “Batteri” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Γερμανών Nihiling (έδρα τους το Αμβούργο), το οποίο κυκλοφορεί σε 2LP και βεβαίως σε CD. Οκτώ… κάπως ευμεγέθη κομμάτια περιλαμβάνονται εδώ, έχοντας διάρκειες από 5:18 έως 8:58 λεπτά, και τα οποία κινούνται στο χώρο του σύγχρονου rock – εκείνου που, χοντρικά, αποκαλείται post-rock. Χωρίς εμφανείς αναφορές στο παρελθόν (εμφανείς λέω…) και με την κιθάρα σε πρώτο ρόλο, οι Nihiling τα καταφέρνουν μια χαρά στα τραγούδια τους, αν και αρκετές φορές μού δημιουργήθηκε η βεβαιότητα πως θα ήταν ακόμη καλύτερα τα πράγματα αν δεν υπήρχαν τραγούδια και υπήρχαν μόνον ορχηστρικά. Δεν είναι τόσο η γυναικεία φωνή (που αποδίδει στα αγγλικά με γερμανική προφορά), όσο κυρίως το γεγονός πως στα οργανικά τους έχουν, ώρες-ώρες, μερικά έξοχα ξεπετάγματα τα οποία φρενάρονται από το λόγο (στο “Power rangers” αναφέρομαι). Γενικά, θα έλεγα πως οι Nihiling είναι ένα σχήμα, που ξέρει να παρουσιάζει καλές μουσικές, ακόμη και όταν οι διάρκειες ξεφεύγουν, με μεγαλύτερη επιτυχία, πάντως, όταν κινούνται συγκεντρωμένοι προς το έπος, παρά «χαμένοι» προς τον λυρισμό. Αν και, ενίοτε, το ένα δεν αποκλείει το άλλο (“Cellardoor”).
BELOW THE SUN: Alien World [Temple of Torturous, 2017]
Το Κράσνογιάρσκ είναι μια μεγάλη πόλη, με περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, χαμένη κάπου στην κεντρική-νότια Σιβηρία. Απ’ αυτή την πόλη προέρχονται οι Below the Sun, ένα «μεταλλικό» συγκρότημα, που κυκλοφορεί τώρα το δεύτερο CD του. Το “Alien World” μπορεί ως τίτλος να παραπέμπει στο Σολάρις, του Στάνισλαβ Λεμ, όμως το συγκρότημα δεν είναι από ηχητικής πλευράς ένα space όχημα – και το λέμε τούτο παρά το γεγονός πως ορισμένες φορές το «κοσμικό» στοιχείο (και οι Pink Floyd) δεν απουσιάζουν από τις αναφορές του. Παίζουν καλά οι Ρώσοι και ωραίες συνθέσεις έχουν και σωστά τις αναπτύσσουν, όταν όμως αρχίζουν να τραγουδούν μ’ αυτά τα… σατανικά, βοθρώδη, doomy, φωνητικά, κάπου με ωθούν στο να μην τους πάρω στα σοβαρά. Ενώ, το πιστεύω αυτό, δεν είναι τέτοια η… επιδίωξή τους. Το συγκρότημα, εννοώ, στέκεται πολύ καλά, και έξω από τη μυθολογία του «μαύρου μετάλλου», καθώς ακόμη και το στόρι του (έτσι όπως το προβάλλουν) με τον «Τυφλό ωκεανό» και την «Αυγή για κανέναν» είναι σωστά ενταγμένο μέσα στη… σοβιετική φουτουριστική παράδοση.
PÙ: Tunguska: Last Transmission [Atypeek Music, 2017]
Δεν έχω πολλά πράγματα να πω για τους «σκοτεινούς» Pù και για το mini-CD τους “Tunguska: Last Transmission” με τα τέσσερα κομμάτια (και τη συνολική διάρκεια περί τα 18 λεπτά). Δεν ξέρω αν είναι Ρώσοι οι Pù (μ’ ένα πρώτο ψάξιμο δεν εντόπισα κάτι), Τουνγκούσκα όμως είναι ποτάμι και περιοχή της Σιβηρίας, κοντά στο Κράσνογιάρσκ (πατρίδα των Below the Sun, για του οποίους γράψαμε πιο πάνω), γνωστό (το όνομα) από την κοσμική έκρηξη που ξεπάστρεψε μια δασώδη περιοχή σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων, το 1908. Πιθανώς οι Pù να είχαν κατά νου ένα σάουντρακ για ’κείνο το γεγονός, κάτι που ως ιδέα θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά ως “Tunguska: Last Transmission” δεν ξέρω αν λειτουργεί και τόσο. Διατηρώ επιφυλάξεις θέλω να πω. Τα τέσσερα κομμάτια του mini-CD δεν είναι ακριβώς γραμμικά / αφηγηματικά –καθώς αφήνουν ελεύθερους χώρους για την «έκπληξη»– αν και στην ουσία το track που ξεχωρίζει, πραγματικά, είναι μόνο το τελευταίο, το “Eastern western”, με τις ωραίες κιθάρες και την αργά αναπτυσσόμενη μελωδία του.
CANTENAC DAGAR: Stilletonne [Atypeek Music/ SK Records/ Isola Records, 2017]
Δύο Γάλλοι είναι οι Cantenac Dagar, που χειρίζονται ηλεκτρονικά, κρουστά, μπάντζο, παίζοντας με κασετόφωνο και πιάνοντας ρυθμούς με το στόμα. Το “Stilletonne” κυκλοφορεί σε LP και CD, έχει μόλις δύο κομμάτια (21 και 27 λεπτών), που καταλαμβάνουν τις δύο πλευρές του βινυλίου, και γενικά θα το περιγράφαμε ως ένα electro / experimental/ progressive άλμπουμ, που θα μπορούσε να ανήκει σ’ εκείνη τη μουσική οικογένεια, που ξεκίνησε από τους Silver Apples στα sixties, πέρασε στους Suicide στα seventies και τα eighties, πριν καταλήξει… και στους Cantenac Dagar. Φυσικά και γαλλικές αναφορές μπορεί να αναζητηθούν εδώ π.χ. από Heldon μέχρι και Ghédalia Tazartès (χωρίς τις φωνές), αν και τούτοι εδώ οι Γάλλοι (ο Aymeric Hainaux και ο Stéphane Barascud) είναι οι περισσότερο «χαμένοι» απ’ όσους δικούς τους μπορώ να σκεφτώ. Πολύ καλοί!!
THE SOUNDBYTE: Solitary IV [Temple of Torturous, 2017]
Πίσω από τους Soundbyte βρίσκεται ο συνθέτης και κιθαρίστας Trond Engum, μέλος ενός ακρογωνιαίου γκρουπ τού νορβηγικού doom metal, των The 3rd and the Mortal. Από το 2004 κινεί το συγκεκριμένο πρότζεκτ ο Engum, φθάνοντάς το σ’ ένα σημείο αρκετά υψηλό και πάντως πέραν εκείνου τού συγκροτήματός του. Τι είναι οι Soundbyte; Ένας μελετημένος συνδυασμός ιδιόμορφου «μετάλλου» (ας το πούμε κάπως πειραματικό-progressive) και παγανιστικού φολκ, από ’κείνο που πάντα θα ευδοκιμεί στη Βόρεια Ευρώπη. Υπάρχουν ακόμη γυναικεία φωνητικά, ωραία λυρικά guitar passages, καθώς και μια άπλα μελωδική που επιτείνει το αίσθημα του λυρισμού και της… απώλειας. Βαρύ άκουσμα, που είναι σωστά «δεμένο» και αναπτύσσεται με τον πρέποντα τρόπο.
AMANTRA: As it Should Have Been [Atypeek Music/ Avalanche Recordings, 2017]
Amantra είναι ένα alter ego του Γάλλου Thierry Arnal. Ο Arnal όμως έχει κι άλλα «εγώ», καθώς ως Fragment ηχογραφεί από το 2008, έχοντας κυκλοφορήσει αρκετό υλικό. Προς ποια κατεύθυνση; Ένα κάπως παράταιρο μίγμα σκληρού ροκ (ας το πούμε και ελαφρώς «μεταλλικό»), pop-shoegaze αφέλειας και κάποιων επίσης ελαφρών ηλεκτρονικο-πειραματισμών. Το πράγμα δουλεύει, δίχως, πάντως, να καταφέρνει να αρθεί και του αναμενόμενου.
Επαφή για όλα: www.creative-eclipse.com  

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Λίγες σκέψεις πάνω στο άρθρο του καθηγητή Στάθη Ν. Καλύβα για τα 50 χρόνια από τη χούντα, στην Καθημερινή, που τάραξε τα social media - Πόσο «άνθισαν» οι Τέχνες επί δικτατορίας και γιατί η νεολαία προσέγγισε «μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης»;

Πριν λίγες μέρες (18/6/2017) δημοσιεύτηκε στο kathimerini.gr άρθρο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale Στάθη Ν. Καλύβα υπό τον τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά». Το άρθρο του καθηγητή Καλύβα ξεκινούσε ως εξής:
«Η​​ επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε».
Όντως τα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολα και δεν μπορεί να απαντηθούν χωρίς κάποιες μικρές ή και μεγαλύτερες αυθαιρεσίες. Ίσως, μάλιστα, δεν έχει και νόημα πια ν’ απαντηθούν, καθότι τα χρόνια έχουν περάσει –μισός αιώνας είναι αυτός– και λίγοι πλέον ενδιαφέρονται, στις μέρες μας, για την πρακτική ουσία τέτοιων «αγωνιών».
Αν υπάρχει, τώρα, ένα βασικό πρόβλημα στο άρθρο του καθηγητή Καλύβα αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως είναι γραμμένο από την υπερατλαντική και ακροκεντρώα μεριά. Και εξηγούμαι…
Ο Καλύβας αγνοεί παντελώς (θέλει ν’ αγνοεί δηλαδή) το γεγονός πως το στελεχικό φάσμα της χούντας περιελάμβανε και μια τρανή εγκληματική «περιοχή», την οποίαν αποτελούσαν απομεινάρια των Χιτών και των δοσιλόγων της Γερμανικής Κατοχής και των στηριγμένων από την Αμερική «νικητών» τού Εμφυλίου, καθώς και της επακόλουθης αντικομμουνιστικής υστερίας, της βίας και της τρομοκρατίας τής πρώτης περιόδου του Καραμανλή (Οκτώβριος ’55 – Ιούνιος ’63). Ήταν, δηλαδή, ένα καθεστώς ακραίο και δολοφονικά «μακαρθικό», που στόχο είχε την πλήρη πάταξη των ηττημένων στον Εμφύλιο – όσων ακόμη, τέλος πάντων, διανοούνταν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και δεν είχαν καταφύγει, κυνηγημένοι, στις χώρες του λεγόμενου «παραπετάσματος».
Η χούντα ήταν, με άλλα λόγια, ο εξτρεμιστικός αντικομμουνισμός (υπήρχε και ο «επιστημονικός» φυσικά τού Γεωργαλά), τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις, τα εγκλήματα και οι διώξεις, όλων εκείνων –μερικών δεκάδων χιλιάδων τέλος πάντων– που δεν υπέκυψαν στην άνωθεν τρομοκρατία και που επιχείρησαν εντός των συνόρων (μα και στο εξωτερικό) την ανατροπή ενός σφόδρα αντιδημοκρατικού καθεστώτος με δράσεις άλλοτε χαμηλού και άλλοτε υψηλότερου κοινωνικού προφίλ. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι, όπως είχε πει ευφυώς κάποτε και ο Τάσος Φαληρέας, είχαν απλά αντικαταστήσει το βουλευτή με το λοχαγό.

Η συνέχεια εδώ…
http://www.lifo.gr/articles/opinions/149560

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

KAMASI WASHINGTON

Συνέβαινε με την τζαζ αυτό και δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Πάντα στην 100χρονη ιστορία της κάποια πρόσωπα έβγαιναν μπροστά και χάραζαν καινούριους δρόμους. Είναι τα πρόσωπα εκείνα που δεν καινοτομούσαν απλά, αλλά αποτελούσαν, για τα μέτρα του χώρου, και τις εμπορικές αιχμές του. Το χρειαζόταν αυτό η τζαζ και το χρειάζεται – τους ανθρώπους, δηλαδή, που θα σύρουν το χορό σε κάθε εποχή, παρασύροντας στη δίνη της καινούρια πλήθη. Ο αμερικανός τενόρο σαξοφωνίστας Kamasi Washington είναι ο άνθρωπος, που μπορεί να πάει, σήμερα, την τζαζ πιο κάτω. Και κυρίως να δώσει την ώθηση ώστε να μετεξελιχθεί σε ολοκληρωμένο οργανισμό εκείνο που φαίνεται, σιγά-σιγά, να αναπτύσσεται. Ένα ολιστικό τζαζ άκουσμα, που να περικλείει κάθε πτυχή τής 100χρονης μαύρης μουσικής μέσα από ένα σημερινό άλεσμα. Το να ισχυρίζεται, λοιπόν, κάποιος πως «έχουν ειπωθεί τα πάντα» στη μουσική είναι η μισή μόνον αλήθεια, καθώς η άλλη μισή βρίσκεται στο πώς όλα αυτά «τα πάντα» θα μετατραπούν σε κάτι νέο. Εκεί ακριβώς μπαίνει ο Kamasi Washington για να πει την… προτελευταία λέξη.
Γεννημένος στο Λος Άντζελες το 1981, ο Washington μεγαλώνει σε μουσική οικογένεια. Σπουδάζει μουσική σε καλά σχολεία και Εθνομουσικολογία στο UCLA. Οι ρυθμοί απ’ όπου κι αν προέρχονται (Αφρική, Ασία, Αμερική…) κεντρίζουν από την αρχή την προσοχή του, ξεκινώντας να παίζει με ροκ και τζαζ συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Στη δισκογραφία, από τις πιο παλιές του εμφανίσεις, είναι εκείνες σε άλμπουμ του τραγουδοποιού Ryan Adams (2001) και των «εναλλακτικών» Twilight Singers (2003), πριν ξεκινήσει την πιο προσωπική τζαζ διαδρομή του, στην αρχή με κάποιες αυτοεκδόσεις, που δεν γνώρισαν όμως μεγάλη επιτυχία. Για έναν τζάζμαν όμως, όπως ήταν ο Washington, πολλά αρχίζουν και τελειώνουν πάνω στο πάλκο. Έτσι, τον συναντάμε από νωρίς να παίζει δίπλα στους Herbie Hancock, Gerald Wilson, George Duke και βασικά στον Wayne Shorter, που θ’ αποτελέσει μια από τις κυριότερες πρώιμες αναφορές του. Ακόμη, κοντά στον τρομπετίστα Gerald Wilson ο Kamasi Washington θ’ αρχίσει να κάνει «όνομα» σιγά-σιγά, καθώς θ’ αποτελέσει μέλος της ορχήστρας του για τέσσερα άλμπουμ (2005-2011).
Πριν φτάσουμε στο “The Epic” του 2015, που άλλαξε την καριέρα του Washington, ου μην αλλά και της ίδιας της σύγχρονης τζαζ, υπάρχουν ακόμη ορισμένα tips που έχουν τη σημασία τους. Κατ’ αρχάς η παρουσία τού Kamasi στους punk-jazz Throttle Elevator Music, που κατακρατούν στοιχεία από τους soul-jazz «πατέρες» του ’60 μέχρι Material, Ronald Shannon Jackson και τις ακόμη πιο σύγχρονες street ρυθμολογίες. Εξαιρετικοί. Δεύτερον μια συμμετοχή του Kamasi, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Η παρουσία του σ’ ένα από τα σημαντικότερα «μαύρα» άλμπουμ των τελευταίων ετών, στο “To Pimp a Butterfly” (2015) του Kendrick Lamar. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάνουμε στο «Έπος»…
Το άλμπουμ κυκλοφορεί σε τριπλό βινύλιο, τον Μάιο του 2015 από την εταιρεία τού DJ, ράπερ και παραγωγού Flying Lotus, την Brainfeeder από το L.A. κι έχει κατ’ αρχάς ένα καταπληκτικό εξώφυλλο – συνέχεια των space covers του Sun Ra τύπου “Astro Black”. Ο Kamasi Washington μπροστά με το τενόρο του και πίσω πλανήτες, δορυφόροι και αστέρια σε ασπρόμαυρο φόντο.
Το “The Epic” μπορεί να μην είναι εύκολο να περιγραφεί, το γεγονός όμως πως βρέθηκε μέσα σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πρόπερσι λέει πολλά – ή, ίσως, και τα πάντα.

Η συνέχεια εδώ…