Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 22: SON HOUSE (1902-1988)

Το γεγονός ότι ο Son House έζησε έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν μειώνει σε τίποτα το μύθο του, που δικαίως έχει υφανθεί γύρω από το πρόσωπό του. Πρόκειται απλώς για μία ιστορική φιγούρα της ιστορίας του blues, για έναν μοναδικό performer (όπως γράφουν τα βιβλία και όπως έχουμε δει στο βίντεο) με εντελώς προσωπική ματιά πάνω στη διάσταση και τη μορφή της τραγουδιστικής αφήγησης, με μυστικιστικές ή ρεαλιστικές προεκτάσεις, όχι λιγότερο σημαντικός του Robert Johnson, του οποίου υπήρξε δάσκαλος ή του Charley Patton, του οποίου υπήρξε φίλος και συνεργάτης. Αν συνυπολογίσουμε, δε, και το γεγονός ότι ηχογράφησε ελάχιστους, παράξενους και αντιεμπορικούς δίσκους πριν τον πόλεμο, στο μοναδικό του session για την Paramount το 1930 (τέσσερα 78άρια βασικά, άπαντα «ιερά δισκοπότηρα» για τους συλλέκτες του blues) τότε αντιλαμβάνεστε πως τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει περαιτέρω, που θα μπορούσε να κοντράρει τη δική του αυτόνομη περίπτωση. Κατανοητό λοιπόν γιατί η επανεμφάνισή του στη δεκαετία του ’60 δεν αποτελεί μόνο τη σημαντικότερη ανακάλυψη του blues revival, αλλά συγχρόνως και τη μεγάλη εκείνη ευκαιρία που επιζητούσαν τα νέα ακροατήρια (στην Αμερική και τη Βρετανία κυρίως), για να συνομιλήσουν απ’ ευθείας μ’ έναν μύθο.
Έχει αξία να δούμε πώς οι ερευνητές εντόπισαν τον Son House στη δεκαετία του ’60, συνδυάζοντας τα στοιχεία που αναγράφονται στα βιβλία The Blues Revival (του Bob Groom) και ChasinThat Devil Music (του Gale Dean Wardlow) –μία συνολική βιβλιογραφία θα δοθεί στο πέρας αυτής της σειράς των κειμένων– επειδή αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για το πώς  οφείλουν να συνεργάζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους και πώς μέσα από συντονισμένες κινήσεις κατορθώνεται να φθάσουν στο ποθούμενο.
Τον Αύγουστο του 1963 οι συλλέκτες και θιασώτες τoυ blues Bernard Klatzko και Gayle Dean Wardlow γυρίζουν στην περιοχή του Δέλτα, προκειμένου να ανακαλύψουν στοιχεία για τον Charley Patton. Εκεί μαθαίνουν πως ο Son House και ο φίλος και συνεργάτης του Willie Brown είχαν μετακινηθεί προς την Lake Cormorant, μια μικρή κοινότητα στα βορειοδυτικά της Πολιτείας του Mississippi, πάνω στα σύνορα με το Tennessee.
Η ανακάλυψη του Son House, την 25η Ιουνίου 1964 στο Rochester της Νέας Υόρκης. Από αριστερά: Nick Perls, Dick Waterman, Son House και Phil Spiro. Φωτογραφία: Evie House. Ευγενική παραχώρηση: Phil Spiro. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο των Eric Von Schmidt και Jim Rooney “Baby, Let me Follow you Down / The Illustrated Story of the Cambridge Folk Years” [University of Massachusetts Press, Amherst, 1994]
Το επόμενο καλοκαίρι ο Dick Waterman, ο Phil Spiro και ο νεοϋορκέζος fan Nick Perls (ιδιοκτήτης αργότερα των εταιρειών Yazoo και Blue Goose, που πέθανε στα 45 του το 1987) στήνουν αντίσκηνο στο Mississippi, προκειμένου να ανακαλύψουν τον Son House. Οδηγώντας ώρες πολλές μέχρι το Memphis (εκεί τους έφερε η έρευνά τους) θα εντοπίσουν έναν άλλο μουσικό, τον Robert Wilkins, ο οποίος και θα τους δώσει σημαντικές πληροφορίες, που αφορούσαν στις πόλεις και τις κοινότητες του Μεγάλου Ποταμιού. Τελικώς, στην Robinsonville (όχι πολύ μακριά από την Lake Cormorant) θα τους δοθεί το όνομα κάποιου στο Detroit, ο οποίος ήξερε τη διεύθυνση του Son House στο Rochester της Νέας Υόρκης, πόλη στην οποία ζούσε. Ένα τηλεφώνημα στο Detroit κι ένα τηλεγράφημα στο Rochester ήταν, απ’ ό,τι φάνηκε, αρκετό. Σε 36 ώρες η απάντηση ήταν πίσω. Μια επιχείρηση σε 16 Πολιτείες, με 4 χιλιάδες μίλια μετακινήσεων και δύο μήνες ξεσπιτώματος είχε λάβει τέλος.
Όπως οι περισσότεροι από τους επαναδραστηριοποιημένους μουσικούς έτσι και ο Son House δεν γνώριζε γιατί κάποιοι λευκοί ενδιαφέρονταν μετά από τόσα χρόνια για τη μουσική του, ούτε, πολύ περισσότερο, για το πόσο σημαντικό ήταν το έργο του για την ιστορία του blues. Εξακολουθούσε να παίζει κιθάρα, αλλά είχε σταματήσει να τραγουδάει μετά το θάνατο του κολλητού του Willie Brown, το 1952. Θυμόταν φυσικά πολλά πράγματα –ήταν 62 ετών το 1964–, αν και ορισμένους παλαιούς σκοπούς φαινόταν να τους είχε λησμονήσει. Θα βοηθήσει όμως, για να τους επαναφέρει στη μνήμη του, ο Al Wilson (ο μετέπειτα κιθαρίστας των Canned Heat), ο οποίος και θα τον συνοδέψει σε δύο θέματα σ’ εκείνο το καθοριστικό session στη Βοστώνη, στις 12 και 14 Απριλίου 1965, που θα εκδιδόταν λίγο καιρό αργότερα από την Columbia. Αθάνατα από εδώ τα “Death letter”, “John the Revelator”, “Empire state express”, “Levee camp moan”…
Ο Son House θα γράψει μερικά ακόμη άλμπουμ στην πορεία, αλλά σταδιακά θα αρχίσει να αποσύρεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας – που δεν θα τον εμποδίσουν, πάντως, να φύγει από τη ζωή το 1988, στα 86 χρόνια του. 
Βασική δισκογραφία 
1. The Legendary Father of Folk Blues – Columbia CL 2417 – 1965 
2. The Vocal Intensity of Son House – AUS. Roots/Saydisc SL-504 – 1969 
3. John the Revelator – UK. Liberty LBS 83391 – 1970 
4. The Real Delta Blues / 14 Songs from the Man Who Taught Robert Johnson – Blue Goose BG-2016 – 1974 (ίσως ο σημαντικότερος δίσκος του Son House να είναι αυτό το session στο Rochester το 1964, όταν τον ανακάλυψαν ο Nick Perls με την παρέα του)
5. In Concert – Stack-O-Hits 9004 – 1981 (rec. 1965) 
6. Son House Vol. 1 (1965 - 1970) – AUS. Private Records PR1 – 1987 
7. Son House Vol. 2 (1964 - 1974) – AUS. Private Records PR1 – 1987 (εδώ και η τελευταία παράσταση του Son House στα Toronto Islands, το 1974) 
8. Son House: Father Of The Delta Blues / The Complete 1965 Sessions – Columbia/Legacy C2K 48867 – 1992 
9. The Legendary 1969 Rochester Sessions – AUS. Document DOCD-5148 – 1992 
10. Been Here And Gone – GER. Acoustic Music Records 319.1174.2 – 1999 (με Woody Mann & Jo Ann Kelly) 
11. Live At The Gaslight Cafe – AUS. Document DOCD-5663 – 2000 
12. Son House in Seattle 1968 – Arcola ACD 1008 – 2011

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

MOSTLY OTHER PEOPLE DO THE KILLING ξανά ένας από τους τζαζ δίσκους της χρονιάς

Δεν θυμάμαι να έχω ξανακούσει τους Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK) σε σχήμα τρίο (Ron Stabinsky πιάνο, Moppa Elliott μπάσο, Kevin Shea ντραμς), κάτι που από μόνο του έχει μια σημασίακαι μιαν αξία. Το λέω, το εντοπίζω, επειδή οι MOPDtK εμφανίζονται με πολλές και διαφορετικές μορφές, κατά καιρούς, πράγμα που δείχνει, κάθε φορά, κι ένα διαφορετικό (μέσα στην αισθητική σιγουριά) πρόσωπό τους. Το γεγονός δε ότι, σήμερα, θεωρούνται ως ένα από τα πιο δημιουργικά τζαζ γκρουπ που δισκογραφούν και εμφανίζονται τριγύρω (έχουν παίξει και στην Αθήνα) δεν είναι άσχετο και αυτής της ιδιοτυπίας τους – να αλλάζουν συχνά setting, προσθέτοντας ή αφαιρώντας μέλη, και ξεκινώντας κάθε φορά τη διαδρομή τους από την αρχή.
Ένα επόμενο γεγονός, άσχετο με τη μουσική, το οποίο σέβομαι στην περίπτωση των MOPDtK είναι το κόλλημά τους με την Πενσυλβάνια (Πολιτεία στην οποία έχει γεννηθεί ο βασικός συνθέτης τους, ο Moppa Elliott). Η ιστορία της Πολιτείας (κομμάτια της μάλλον) περνάει τακτικά μέσα στα άλμπουμ του γκρουπ, που συχνά στιγματίζονται από μια… πενσυλβανίλα, φανερή ακόμη και στους τίτλους, στα εξώφυλλά τους κ.λπ. Να, εδώ, Paint [Hot Cup, 2017] δεν είναι η «μπογιά», το ρήμα «ζωγραφίζω» κ.λπ., αλλά ένας δήμος στην Πενσυλβάνια, με… σκοτεινή ιστορία. Οι MOPDtK παίζουν, περαιτέρω, και με την λέξη «μπογιά» κ.λπ. χρωματίζοντας ωραία το cover τού CD τους, ως επίσης και τους τίτλους των κομματιών τους. Κυριολεκτούμε. Οκτώ διαφορετικά tracks, αναγραμμένα στο οπισθόφυλλο, με οκτώ διαφορετικά χρώματα.
Με μία μόνο διασκευή, στο “Blue goose” του Duke Ellington (υπάρχει και περιοχή στην Πενσυλβάνια με το ίδιο όνομα – σίγουρα δεν διάλεξαν τυχαίως το συγκεκριμένο θέμα οι MOPDtK) και με επτά originals στο track list τους, το συγκρότημα δεν είναι με τίποτα ένα τυπικό jazz trio ή έστω ένα… ευρωπαϊκού τύπου jazz trio. Οι MOPDtK νοιάζονται κατά πρώτον και μελετούν τη δική τους τζαζ παράδοση και πάνω σ’ αυτή επεμβαίνουν, προσθέτοντας ή αφαιρώντας κατά το δοκούν.
Το εισαγωγικό “Yellow house” διαμορφώνεται μέσα από μια γερή blues μελωδία, είναι ένα hard bop δηλαδή κατά βάση, με δυναμικό τουσέ στο πιάνο και με διάφορα ποικίλματα. Το “Orangeville” που ακολουθεί μοιάζει περισσότερο αυτοσχεδιαστικό, αν κι έχει μια σταθερή ρυθμική αξία, με δύο «περιοχές» soli, σε πιάνο και κοντραμπάσο (που δεν είναι ακριβώς soli, αλλά προσωπικές αναδείξεις, τοποθετημένες πάνω από τη συλλογικότητα). Στο “Black horse” το up-tempo κυριαρχεί σ’ ένα bop πάλι στυλ, με το “Blue goose” (του Duke) να εναρμονίζεται με έμπνευση για τρίο. Κάπου εκεί κλείνει η πρώτη πλευρά του δίσκου…
Η δεύτερη ανοίγει με το “Plum run”, ένα αργό bluesy βαλσάκι, που δίνει την ευκαιρία στον Stabinsky να κάνει τα δικά του (συνεχείς αλλαγές συγχορδιών και περίτεχνο σόλο), συνεχίζει με το “Green briar” (σε γρήγορο τέμπο και μ’ ένα ακόμη θαυμάσιο σόλο, πάνω από μια φανταχτερή ρυθμική υποστήριξη), απλώνεται με τον λυρισμό τού 7λεπτου “Golden hill” και ολοκληρώνεται με το “Whitehall”, ένα ακόμη θαυμάσιο track, που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Δύσκολο, γιατί οι MOPDtK είναι ένα συγκρότημα, γενικώς, που δεν μπαίνει κάτω από εύχρηστες ταμπέλες. Μπορεί συχνά ή σχεδόν πάντα να λες ένα «τζαζ», και να φαίνεται πως καθαρίζεις, αλλά στην πράξη δεν είναι έτσι…
Επαφή: www.hotcuprecords.com

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 50

21/10/2017
Πριν δυόμισι χρόνια έγραψα ένα κείμενο στο lifo.gr για την «Κλωστηρού» του Μάρκου Βαμβακάρη – ένα συγκλονιστικό τραγούδι από το 1934. Την εποχή εκείνη το κείμενο είχε κάνει καμιά 500αριά shares. Χθες, όταν το αναζήτησα για να το στείλω κάπου, διαπίστωσα πως έχει ξεπεράσει τα 2000 shares.
Αυτή είναι η μοναδική ουσιαστική ανταμοιβή μας γι’ αυτά που γράφουμε. Πως τα κείμενά μας δεν πηγαίνουν χαμένα δηλαδή, πως διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται ενώ εμείς τα έχουμε ξεχάσει.
 >>Είναι «Η κλωστηρού» το ωραιότερο ρεμπέτικο του Μάρκου Βαμβακάρη; Ένα αριστούργημα του 1934, που μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε καλύτερα<<
http://www.lifo.gr/team/music/58893 

20/10/2017
Σήμερα διάβασα, σ’ ένα παλιότερο βιβλίο που βρήκα τ’ απόγευμα, πως η πρώτη ταμπλόιντ πολιτική εφημερίδα που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα δεν ήταν το ΕΘΝΟΣ το 1981 (όπως όλοι πιστεύουμε και διαβάζουμε παντού στα σάιτ), αλλά η ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ, που είχε για εκδότη το Γιώργο Κουρή και διευθυντή το Μανώλη Γλέζο! Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για κανα-δυο βδομάδες το Μάιο του 1978. Τη θυμάται κανείς; 

19/10/2017
Είχα χθες μια κουβεντούλα στο τηλέφωνο μ’ ένα νέο παιδί, καλό παιδί, που γράφει σε κάτι σάιτ, τώρα, κ.λπ. και πάνω στην κουβέντα τον ρώτησα αν ξέρει, μ’ αυτά πού γράφει, πού απευθύνεται.
Μου απάντησε αγαθά… «σε όλους».
Σιγά ρε φίλε, του είπα, που απευθύνεσαι «σε όλους». Δεν είσαι δα κι ο… Χατζηνικολάου!
Εγώ, του λέω, απευθύνομαι ΜΟΝΟ στους ανθρώπους της ηλικίας μου, αυτούς μ’ ενδιαφέρει να εκφράζω, όσοι είναι δηλαδή λίγο κάτω-λίγο πάνω από τα 50 και που πιθανώς να έχουμε ορισμένες κοινές εμπειρίες, αναφορές και τέτοια – άρα δεν διακινδυνεύω και τόσο το να μη με καταλάβουν.  Τώρα αν με καταλαβαίνουν και οι 70ρηδες-80ρηδες, του λέω, ή και οι 15χρονοι-20χρονοι δεν έχω πρόβλημα, απλώς είναι πιο πιθανό, αυτούς, να τους απογοητεύσω. 
Τον προσγείωσα λίγο απότομα, είναι αλήθεια, αλλά μάλλον σε καλό θα του βγει, γιατί είναι έξυπνο παιδί και με ταλέντο… Δεν του το ’πα αυτό το τελευταίο, αν και τώρα θα το διαβάσει…

19/10/2017
Κάποιοι μεγάλοι τέλος πάντων ηγέτες (Μέρκελ, Πούτιν κ.ά.) μιλάνε στις γλώσσες τους και όχι στα αγγλικά, όταν βγαίνουν έξω κ.λπ. Από την άλλη κάτι αγράμματοι (στη γλώσσα τους) σαν το δικό μας κωλώνουν να μιλήσουνε στην ξένη με διερμηνέα. Δεν ξέρω τι παραστάνει μ’ αυτό το πράγμα ο Τσίπρας.
Στη Γαλλία μπορεί οι Λεπένηδες να κράξανε το Μακρόν πως πηγαίνει έξω και δε μιλάει τη γλώσσα του Μολιέρου (ο Μακρόν είναι τσιράκι του κεφαλαίου, όμως, δεν είναι καν Ολάντ, οπότε μιλάει τη γλώσσα της «αγοράς»), αλλά εδώ δεν κινδυνεύει από κάτι ανάλογο ο Τσίπρας – καθότι ζορίζεται αφόρητα να μιλήσει όχι μόνο τη γλώσσα του Ελύτη και του Σεφέρη, μα ακόμη και την απλή γλώσσα τού λαού.
Την παροιμία «φάγαμε το γάιδαρο μας έμεινε η ουρά του» τη μετέφερε κακήν-κακώς στα αγγλικά ως… φάγαμε την καμήλα μάς έμεινε η ουρά της! Άκου… καμήλα!!
Έχει ουρά και η καμήλα; Δε θυμάμαι… πάω να δω…

19/10/2017
>>Ο Δήμος της Πάτρας γιορτάζει τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση με σοβιετικού τύπου εκδηλώσεις<<
Πείτε τίποτα και για τα γκούλαγκ ρε παιδιά. Όχι μόνο για το Βερτώφ και τον Αϊζενστάιν... Αυτά τα ξέρουν οι φιλελέδες... Για τα γκούλαγκ θέλουν ν' ακούσουνε...

19/10/2017
Δεν θέλω να διαβάζω κείμενα στα οποία περιγράφονται απλώς καταστάσεις, και μάλιστα μέσω αδιέξοδων μπλα-μπλα, δίχως εκείνοι που τα γράφουν να παίρνουν συγκεκριμένη θέση. Ήξεις, αφήξεις… Τελικά τα διαβάζω, χάνοντας το χρόνο μου, επειδή ελπίζω πως στο τέλος θα υπάρξει ένα «δια ταύτα». Απογοήτευση.
Δεν φτάνει μόνο να εκτίθεσαι ως γραφιάς (αυτό πάντα συμβαίνει ούτως ή άλλως), αλλά ενίοτε, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, να αναλαμβάνεις και κάποια ρίσκα.
Πες το ρε φίλε, μην κολλάς... σιχαίνομαι τα θαλασσινά και γουστάρω το γιουβέτσι. 

19/10/2017 
>>Κανονικά ο καθένας μας θα έπρεπε να μιλάει για τον τομέα του. Μπορεί ένας τραγουδιστής στον τομέα του να είναι καταπληκτικός, αλλά όταν βγαίνει και μιλάει να λέει μπούρδες.<<
>>Νομίζω ότι απλά είναι η χειρότερη κυβέρνηση (του ΣΥΡΙΖΑ) που έχει περάσει ποτέ από τη χώρα –για όσα χρόνια ζω– <<
Ο ηθοποιός και ουχί τραγουδιστής Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μιλάει στην Athens Voice, και μας λέει πως γεννήθηκε μετά το... 2004, μετά την πανωλεθρία της κλεφτοκυβέρνησης «Κινέζου» (χρηματιστήριο, golden boys, νέα τζάκια, τσοχατζομαντέληδες, δομημένα ομόλογα, δημόσια έργα, πάρτυ ολυμπιάδας, παπαντωνίου, ψεύτικα στατιστικά, εξοπλιστικά, μαύρα ταμεία Siemens, στρατηγοί τσουκάτοι κ.λπ.) και άρα, ως… προέφηβος που είναι, μπορεί να λέει ό,τι μαλακία θέλει. 

18/10/2017
Ελπίζω να πρότεινε ο Τσίπρας στον Τραμπ, ως φαν του Αντρέα (όπως λέει ότι είναι δηλαδή), να μεσολαβήσει στον Κιμ Γιονγκ Ουν, ώστε να τα βρούνε οι δυο τους στην Ελούντα...
Να γλιτώσουμε και από το ολοκαύτωμα τέλος πάντων...

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

KATIE THIROUX ένα δεύτερο εξ ίσου καλό άλμπουμ

Είχα γράψει πολύ καλά λόγια για το ντεμπούτο της συνθέτριας, τραγουδίστριας, τραγουδοποιού και κοντραμπασίστριας Katie Thiroux πριν δυο χρόνια, τονίζοντας πως η συγκεκριμένη κυρία έχει… «εξαιρετική φωνή, βαθειά, εκφραστική και καθαρή, δίχως ποτέ να νιαουρίζει, παίζει περαιτέρω κοντραμπάσο, ενώ γράφει και δικά της πρωτότυπα τραγούδια στηριγμένα στις μεγάλες τζαζ παραδόσεις». Εδώ, στην περίπτωση τού Off Beat [CAPRI, 2017] τα περισσότερα από τα προαναφερόμενα ισχύουν.
Η φωνή παραμένει εξαιρετική, το παίξιμο στο κοντραμπάσο είναι βαρύ και διακριτό, ενώ και η τραγουδοποιία της Thiroux καλά κρατεί, παρότι στο πιο καινούριο άλμπουμ της υπερισχύουν τα στάνταρντ. Το λέω, γιατί από τα δέκα tracks του άλμπουμ μόνο ένα είναι δικό της, ενώ τα υπόλοιπα ανήκουν στους Benny Carter, Frank Loesser, Leiber/Stoller, Duke Ellington κ.ά.
Ξεκινώντας από το δικό της, το “Slow dance with me”, θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα εξαιρετικό bop, με θαυμάσιο bluesy groove (και χωρίς στίχους), ενώ γράφοντας για τις versions θα σημειώναμε, γενικώς, την πολύ καλή δουλειά που έχει γίνει από την ορχήστρα (Ken Peplowski τενόρο, κλαρίνο, Roger Neumann τενόρο, σοπράνο, Justin Kauflin πιάνο, Matt Witek ντραμς), που τα «χώνει» απερίσκεπτα σε κομμάτια όπως το “Some cats know” (των Lieber και Stoler, από το ρεπερτόριο της Peggy Lee) ή το “Brotherhood of man” (του Frank Loesser), με το φοβερό swinging.
Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως το “Off Beat” καταγράφεται ως μιαν ακόμη «έκπληξη» από την ανερχόμενη Katie Thiroux.

PHIL MILLER (1949-2017)

Πέθανε προχθές ένας πολύ σημαντικός μουσικός, κιθαρίστας του ροκ, για τον οποίο δεν πρόκειται να γράψει κανένας στην Ελλάδα. Θα γράψουν (έγραψαν) δυο-τρεις άνθρωποι στο facebook ένα “RIP” κι εκεί θα τελειώσει η ιστορία.
Για τον Phil Miller ο λόγος, που έφυγε από τη ζωή στα 68 χρόνια του, έχοντας καταφέρει πιο πριν να συνδέσει το όνομά του με ΤΗΝ κιθάρα της Σχολής του Canterbury. Αν το Canterbury rock ήταν, είναι και θα παραμείνει η βάση κάθε αισθητικής ατασθαλίας ΜΕ ΥΨΗΛΟ ΝΟΗΜΑ στο χώρο του ροκ, πέραν από εποχές και στυλ, ο Phil Miller ήταν, μαζί με 2-3 άλλους, εκείνος που συνέβαλε στη συγκρότηση και στήριξη του συγκεκριμένου ήχου.
Αυτές είναι οι βασικές μπάντες από τις οποίες πέρασε: Carol Grimes & Delivery, Caravan, Matching Mole, Hatfield and The North, National Health, In Cahoots, Short Wave.
Στη φωτογραφία (άνω) βλέπουμε τον Phil Miller στο Facelift (Σεπτέμβρης 1996), το top περιοδικό για την Canterbury Scene. Μακάρι να είχα χρόνο να κάτσω να μεταφράσω συνέντευξη κ.λπ.
Να πούμε ακόμη πως ο Phil Miller εικονίζεται στο δεύτερο LP των Matching Mole, το “Little Red Record” [CBS, 1972], να κρατάει το Μικρό Βιβλιαράκι του Μάο. Το γράφω γιατί είναι βασικό και δεν έχει εντοπιστεί (πως το κρατάει εκείνος εννοώ). Με το αυτόματο είναι ο Dave McRae, δίπλα του ο Robert Wyatt και με το φλάμπουρο ο Bill MacCormick.
Το “God song” που ακολουθεί, σ’ αυτήν ακριβώς την εκτέλεση με τον Robert Wyatt (χωρίς κιθάρα), ήταν κατά τον ίδιο τον Phil Miller το ωραιότερο τραγούδι που έγραψε ποτέ…
 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

JOHN VANORE τιμή στον μέγα Oliver Nelson

Μηχανικός ήχου και παραγωγός, μα ακόμη ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας, ο John Vanore πράττει εδώ κάτι σημαντικό – και για τον ίδιο και για τη σύγχρονη jazz γενικότερα. Επαναφέρει στο τώρα, μέσω μιας σύγχρονης και πλούσιας παραγωγής, την αειθαλή μουσική του συνθέτη και μέγα ενορχηστρωτή Oliver Nelson (πέθανε στα 43 του, το 1975). Ένα tribute λοιπόν στη φοβερή αυτή μορφή της jazz έχουμε εδώ, τον άνθρωπο που ηχογράφησε αριστουργήματα στα sixties κυρίως, καθώς μερικά από τα άλμπουμ του (“The Blues and the Abstract Truth”, “More Blues and the Abstract Truth”, “Sound Pieces” κ.λπ.) είναι κάτι σαν «άγια δισκοπότηρα» για τη μεγάλη μαύρη μουσική… ανά τους αιώνες.
Ο Vanore φτιάχνει φυσικά μια μεσαία ορχήστρα, για να αντιμετωπίσει το έργο τού Oliver Nelson. Δύο σαξοφωνίστες, τέσσερις τρομπετίστες, δύο τρομπονίστες, δύο κορνίστες και ακόμη… πιάνο, μπάσο, ντραμς, κιθάρα και κρουστά (σύνολο 15 άτομα δηλαδή), δημιουργώντας το κατάλληλο υπόβαθρο για τις δικές του… τιμές και παρεμβάσεις.
Όπως γράφει και ο ίδιος, στο πολύ περιποιημένο “Stolen Moments / Celebrating Oliver Nelson” [Acoustical Concepts Inc., 2017], γνώρισε τον Oliver Nelson το 1966 στο jazz camp του Indiana University – μια γνωριμία, που του άλλαξε τη μουσική ζωή του. Σκύβει λοιπόν, ο Vanore, στο έργο του Nelson και επαναφέρει στο τώρα μέσω διακεκριμένων σύγχρονων οργανοπαικτών (Steve Wilson, Ryan Keberle, Mike Richmond, Danny Gottlieb κ.ά.) μια σειρά δημιουργιών του θρύλου μουσικού, διασκευάζοντάς τες με γνώση και με κέφι. 
Το ρεπερτόριο είναι, με άλλα λόγια, το κλειδί, όπως ισχυρίζεται και ο Vanore. Και απ’ αυτό το ρεπερτόριο δεν θα μπορούσε να λείπει ένα μάλλον υποτιμημένο αριστούργημα του Nelson, το φοβερό LP “Black, Brown and Beautiful”, που τυπώθηκε το 1970 για την Flying Dutchman του Bob Thiele. Από ’δω ο Vanore διαλέγει για lead track κιόλας το “Self-help is needed”, ένα εκπληκτικό groovy hard bop, με το άλτο του Steve Wilson να πετάει φωτιές. Από το ίδιο LP μάλιστα ο Vanore διαλέγει κι άλλο ένα κομμάτι για να διασκευάσει, το “I hope in time a change will come”, με το σοπράνο αυτή τη φορά του Wilson να αποδίδει την μαγική μελωδία. Φυσικά, εδώ δεν ενορχηστρώνονται μόνον οι μεγάλες και διαχρονικές συνθέσεις του Nelson (“Stolen moments”, “Blues and the abstract truth”…), αλλά και στάνταρντ που δεν έλειπαν ποτέ από το ρεπερτόριο του μεγάλου arranger (“St. Louis blues”, “Greensleeves”). Και σ’ αυτά ο John Vanore κάνει εξαιρετική δουλειά (το “Greensleeves” με το τρομπόνι του Keberle σε πρώτο πλάνο είναι «άσσος»), δείχνοντας την αγάπη του και για τις δουλειές του Oliver Nelson (μπροστά και πίσω από τα φώτα), αλλά και τη δική του αξία σαν ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας.
Καταπληκτικό άλμπουμ!
Επαφή: www.johnvanore.net

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ χούντα και ομοφυλοφιλία – διαβάζοντας τον «Καιάδα»

Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για το έργο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου (1925-2013). Και για το ποιητικό του, και για το πεζογραφικό, και για το μεταφραστικό, και για εκείνο το έργο του που συνδέθηκε από πολύ νωρίς με τον ομοφυλόφιλο ακτιβισμό (το ΑΚΟΕ, το περιοδικό Αμφί κ.λπ.).
Ο Θεοδωρακόπουλος ήταν αριστερός, είχε συμμετάσχει ενεργά στο αντάρτικο, είχε βιώσει την Ελλάδα του χαφιέ, του χίτη και του μετέπειτα κυνηγητού της Δεξιάς και ερχόμενος από την επαρχία (Άμφισσα) στην Αθήνα θα τυπώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του, το Σχήμα Κραυγής, το 1954.
Εκείνα τα χρόνια και τουλάχιστον μέχρι το 1971, όταν θα κάνει την πρώτη μετάφρασή του για τον Κέδρο (το βιβλίο τού Βηρ Γκόρντον Τσάιλντ Ο Άνθρωπος Πλάθει τον Εαυτό του), ο Θεοδωρακόπουλος δεν ζούσε από τα γραπτά και τις μεταφράσεις του (δούλευε σε εργοστάσιο ως λογιστής). Παρά ταύτα είχε αρχίσει να ξετυλίγει σιγά-σιγά και το πεζογραφικό ταλέντο του, καθώς εκείνη ακριβώς τη χρονιά (1971) δίνει το μοντέρνο μυθιστόρημά του Ραντεβού με τον Πύργο του Άιφελ [Κέδρος], που είχε εντυπωσιάσει ακόμη και τον Κώστα Ταχτσή, ο οποίος και το προτείνει για να μεταφραστεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις Penguin (που είχαν τυπώσει, σε δεύτερη αγγλική έκδοση, Το Τρίτο Στεφάνι το 1969). Δεν συνέβη.
Είχαν προηγηθεί το ποιητικό Μυθολογία της Ξάνθης, που τυπώθηκε τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου και βασικά ένα περιστατικό, μέσα στη δικτατορία πια, που αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το δεύτερο πεζογράφημά του, το Καιάδας / Χρονικό μιας πολιορκίας, που θα μπορούσε να είχε τυπωθεί –λέμε τώρα– επί δικτατορίας (αναφέρεται ως προσεχής τίτλος στο Ραντεβού με τον Πύργο του Άιφελ, το φθινόπωρο του ’71), αλλά τυπώθηκε τελικώς τον Μάρτιο του ’76 από τον Εξάντα.
Τι ήταν ο Καιάδας;
Ένα αφήγημα-ντοκουμέντο, ένα γραπτό χρονικό της περιπέτειας που έζησαν καμμιά τριανταριά «ανώμαλοι τύποι» σ’ ένα σπίτι τής Καλογρέζας, τον Οκτώβριο του ’68, όταν μετά από μια καρφωτή βρέθηκαν μπουζουριασμένοι στην Ασφάλεια με ανύπαρκτη, επί της ουσίας, κατηγορία.
Ο Θεοδωρακόπουλος, που προφανώς κρατούσε κάποιου είδους ημερολόγιο, γράφοντας το αφήγημά του συν τω χρόνω, φαίνεται πως ξεκίνησε αμέσως μετά το βασικό γεγονός, φθάνοντας έως και τη δίκη των οικοδεσποτών δυο χρόνια αργότερα. Για να δούμε όμως κάποιες λεπτομέρειες…

Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος στα τέλη της δεκαετίας του '60
Να ξαναπούμε, λοιπόν, πως το βιβλίο αφορά σ’ ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη την 26η Οκτωβρίου 1968 (ανήμερα του Αγίου Δημητρίου), όταν, σ’ ένα σπίτι στην Καλογρέζα, συνελήφθηκαν τριάντα άνθρωποι που διασκέδαζαν σε μια γιορτή (με τον συγγραφέα παρόντα). Η αστυνομία είχε μπει στο σπίτι από νωρίς, πριν καταφθάσουν όλοι οι καλεσμένοι, επειδή είχε πληροφορίες πώς θα συνέβαιναν… όργια, τα οποία και ήθελε να προλάβει. Το χαζό κόλπο εξέθετε, πρώτα-πρώτα, εκείνους τους βλάκες που το σκέφτηκαν. Αν η αστυνομία πήγαινε «μετά» θα διακινδύνευε να φύγει με άδεια χέρια. Πηγαίνοντας όμως «πριν», άφηνε να υπονοηθεί πως είχε προλάβει… το κακό, σώζοντας την κοινωνία, σε μια τυπική για την περίπτωσή της «επιχείρηση αρετή».
Ενταγμένη μέσα σε μια προσωπική προσπάθεια τού διαβόητου συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά (γενικός γραμματέας, τότε, του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και όχι υπουργός, όπως αναφέρεται στο βιβλίο), να ενοχοποιηθούν άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή υπήρχαν «πληροφορίες» για την παρουσία τους σ’ ένα… άντρο «ανωμάλων τύπων», η πολιορκία της Καλογρέζας αθροίζεται στις υπόλοιπες σπασμωδικές ενέργειες του φαιδρού/φασίστα συνταγματάρχη να επιδείξει έργο, βγάζοντας στη σέντρα οποιονδήποτε δεν ταυτιζόταν με τις απόψεις του και με το δικό του κώδικα «ηθικής». Φυσικά, οι άνθρωποι (μαζί και ο συγγραφέας) δεν απέφυγαν την ψυχική ταλαιπωρία, παρά το γεγονός πως στη βάση της η κατασκευασμένη αυτή υπόθεση ήταν από την αρχή φανερό πως θα έπεφτε (όπως και συνέβη) στο δικαστήριο.
Ο Θεοδωρακόπουλος καταγράφει τα συμβάντα μ’ έναν δεξιοτεχνικό τρόπο που θυμίζει καλοστημένο θρίλερ. Και το βιβλίο του πέραν από ένα αναμφισβήτητο ντοκουμέντο, γύρω από τα γενικότερα ήθη της εποχής, είναι κι ένα καταπληκτικό αφήγημα με αξιοσημείωτο σασπένς, που κρατάει μαγκωμένο τον αναγνώστη μέχρι και την τελευταία του λέξη. Απορώ, δε, πώς αυτό το βιβλίο, Ο Καιάδας (από μια φράση του Λαδά… «μωρέ όλοι στον Καιάδα θέλετε σεις!») δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ κανείς να το μεταφέρει στην οθόνη. Ίσως και να ενδιαφέρθηκε και να μην προχώρησε η φάση… Ποιος ξέρει…
Στο βιβλίο το ονοματεπώνυμο «Ιωάννης Λαδάς», και θα πρέπει να το πούμε αυτό, αναφέρεται μόνο στην αρχή, στη σελίδα 7, σε μιαν υποσημείωση, καθώς στο κυρίως μέρος τής αφήγησης ο Λαδάς είναι ο… Επίσημος. Κάτι που δηλώνει πως Ο Καιάδας είχε γραφεί, σίγουρα, επί δικτατορίας, με την υποσημείωση να μπαίνει επί Μεταπολίτευσης πια. Φυσικά, δεν χρειαζόταν πολλά ο αναγνώστης (οι περιγραφές ήταν αρκετές), ώστε να καταλάβει ποιος ήταν εκείνος που κρυβόταν πίσω απ’ τον… Επίσημο.
Το οδυνηρότερο κομμάτι του αφηγήματος, το οποίον ο Θεοδωρακόπουλος περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια, έχει να κάνει με την ψυχολογική κατάσταση των πρωταγωνιστών (τη δική του και αρκετών άλλων της παρέας), τον πανικό κοντολογίς που βιώνει κάποιος όταν συλλαμβάνεται –και μάλιστα σε μιαν εποχή με την αστυνομία κράτος εν κράτει– δίχως να έχει φταίξει σε κάτι. Αν εκείνος που έχει πράξει μια παρανομία, μπαίνοντας στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών, ζει με την ψυχολογία του κινδύνου και άρα μπορεί να διαχειριστεί μια «δύσκολη θέση», ο αθώος που συλλαμβάνεται δίχως εξηγήσεις και δίχως να έχει πράξει τίποτα το μεμπτό, βιώνει μια καφκική υπερένταση, που μπορεί να τον παραλύσει. Εδώ, ο Θεοδωρακόπουλος δίνει ρέστα υπογράφοντας ένα ρεαλιστικό ψυχολογικό θρίλερ, που συμπίπτει, στην περίπτωσή του, με την αδυσώπητη και βάρβαρη πραγματικότητα.
Στόχος του αήθους Λαδά (είναι μακαρίτης, αλλά δεν υπάρχει άλλος χαρακτηρισμός) ήταν η ψυχική εξόντωση αθώων ανθρώπων. Ήξερε ότι νομικά δεν μπορούσε να κάνει κάτι, γιατί δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, αλλά τρενάροντας την ιστορία μέσω των και-καλά ανακρίσεων και της δημιουργίας έκδηλων αμφιβολιών και φόβου, ήξερε πού βάδιζε. Στην καταρράκωση μιας ομάδας ατόμων και του οικογενειακού τους περιγύρου, που θα παραδιδόταν βορά στην αδηφάγα (σε τέτοια θέματα) κοινωνία, μέσω της διαπόμπευσής τους στις εφημερίδες. Ο Θεοδωρακόπουλος, πάντα αφηγούμενος σε πρώτο πρόσωπο και με κοφτερές περιγραφές αποτυπώνει αυτό το κλίμα, που ξεχύνεται σαν λαίλαπα προς τον αποσβολωμένο αναγνώστη.
Όπως είχαν γράψει σχεδόν όλες οι εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης την Κυριακή 3 Νοεμβρίου 1968, μεταφέροντας στα φύλλα τους την… πολυγραφημένη διαταγή-κακό παραμύθι του Λαδά:
«ΑΝΤΡΟΝ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΤΥΠΩΝ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ, ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΛΟΓΡΕΖΑΝ / ΟΡΓΙΑ ΝΕΑΡΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ.
Αθήναι, 2 – Κατόπιν ανωνύμου καταγγελίας γενομένης εις τον γενικόν γραμματέαν του υπουργείου δημοσίας τάξεως κ. Λαδάν, η υποδιεύθυνσις ασφαλείας προαστίων ανεκάλυψεν άντρον οργίων εις Καλογρέζαν, όπου σεξουαλικώς ανώμαλοι νέοι ικανοποιούν τας διαστροφάς των.
Χώρος των οργιωδών διασκεδάσεων ήτο συνήθως η επί της οδού… της Καλογρέζας, οικία του αποσχηματισθέντος αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραευστρατίου. Εις την οικίαν του συγκεντρώνοντο με επικεφαλής τον θετόν υιόν του Καραευστρατίου Δημήτριον (σ.σ. ήταν ο εορτάζων) σεξουαλικώς ανώμαλα άτομα και επιδίδοντο εις διασκέδασιν με άσεμνα τραγούδια και χορούς. Οι εξ αυτών θηλυπρεπείς εχόρευον ημίγυμνοι φέροντες γυναικεία εσώρουχα, εν συνεχεία δε απεσύροντο εις άλλας οικίας μετά διεστραμμένων συντρόφων των, δια να συνεχίσουν την οργιώδη διασκέδασίν των».
Το… ρεπορτάζ της Μακεδονίας είχε και συνέχεια, καταλήγοντας με τα ονοματεπώνυμα και τις ηλικίες των παρευρισκομένων! Φωτογραφίες στη συγκεκριμένη εφημερίδα δεν είχαν δημοσιευτεί (όπως και σε καμμιά της Αθήνας, όπως σημειώνει ο συγγραφέας), αλλά σε μία της Θεσσαλονίκης είχαν περάσει και φωτογραφίες (λόγω… υπερβάλλοντος ζήλου, προφανώς, κάποιου αρχισυντάκτη). 

Ο Λαδάς, ήταν ένα φασιστικής νοοτροπίας και αντιλήψεων άτομο, που δρούσε ανεξέλεγκτα ακόμη και μέσα στους κόλπους του ίδιου του καθεστώτος – εκθέτοντάς το (το καθεστώς) έτι περισσότερο στα μάτια ενός μέρους τής ντόπιας κοινής γνώμης, όπως και στο εξωτερικό. Εννοείται πως το καθεστώς δεν χρειαζόταν τον Λαδά, για να εκτεθεί, απλώς ο Λαδάς με τις απερίσκεπτες και βάρβαρες κινήσεις του δημιουργούσε νέα προβλήματα, ακόμη και για τους ίδιους τους χουντικούς, οι οποίοι δεν ήξεραν τι να τον κάνουν – γι’ αυτό και συνεχώς τον μετέθεταν από ’δω κι από ’κει. Αυτό ήταν ολοφάνερο και στις περιπτώσεις με τα κολλήματά του σε σχέση με την εμφάνιση της νεολαίας (μαλλιά, ρούχα κ.λπ.), που δημιουργούσαν κακή εντύπωση στο εξωτερικό (στο τουριστικό ρεύμα π.χ.), αλλά και στον τρόπο που χειρίστηκε το περιστατικό της Καλογρέζας. Όπως διαβάζουμε στον Καιάδα:
«Συμφωνούσαμε όλοι πως την ευθύνη της ενέργειας την είχε βασικά ο Επίσημος (σ.σ. ο Λαδάς δηλαδή) και ερμηνεύσαμε τη μη δημοσίευση των φωτογραφιών σαν απόδειξη της αντίδρασης που είχε συναντήσει στον εξτρεμισμό του. Ο Χέλιος ήταν βέβαιος πως η Αστυνομία σε καμιά περίπτωση δε θα ’δινε μια τέτοια υπόθεση (χωρίς δηλαδή αδίκημα) στη δημοσιότητα και μάλιστα με ονόματα - ακόμη περισσότερο με φωτογραφίες. Όταν λίγο καιρό αργότερα ο Επίσημος μετατέθηκε από το πόστο του (σ.σ. στη γενική γραμματεία του υπουργείου εσωτερικών), ο Χέλιος υποστήριζε πως μια από τις αιτίες –αν όχι η κυριώτερη– ήταν και ο χειρισμός από μέρους του της υπόθεσής μας».
Τέλος, ενδεικτικό, ου μην αλλά και αποδεικτικό των μονομερών ενεργειών του Λαδά είναι και το γεγονός πως το ποιητικό βιβλίο του Θεοδωρακόπουλου Μυθολογία της Ξάνθης [Ιωλκός, 1967] που άρχεται από έναν αντρικό δεσμό του ποιητή (ασχέτως αν αυτό δεν αποκαλύπτεται), λίγο καιρό μετά τα γεγονότα της Καλογρέζας (31/12/1968) επιλέγεται από το χουντικό υπουργείο παιδείας (μαζί με δεκάδες άλλα βιβλία του 1967) ως κατάλληλο για τις σχολικές βιβλιοθήκες! 

Ο Καιάδας είχε πάρει καλές κριτικές στην εποχή του.
Ο Αλέξης Αργυρίου είχε γράψει στο αντί (#50, 24 Ιουλίου 1976):
«Ένα κείμενο με αξιώσεις είναι ο “Καιάδας” του ποιητή Λ. Θεοδωρακόπουλου, με υπότιτλο “Χρονικό μιας πολιορκίας”. Υπερβαίνει όμως τον χαρακτηρισμό του ως χρονικό. Αναφέρεται σε μια “επιχείρηση” του ενάρετου Λαδά της επταετίας, που θέλησε να ξεριζώσει την ομοφυλοφιλία ακόμη και από τους αρχαίους ημών προγόνους (μπορεί να ομολογήσει επ’ αυτού κάποιος σημερινός υφυπουργός) [σ.σ. αναφορά στον πρώην αρχισυντάκτη των Εικόνων Παναγιώτη Λαμπρία και στο “άσεμνο” δημοσίευμα  του 1968 – το 1976 ο Λαμπρίας ήταν υφυπουργός προεδρίας στην κυβέρνηση Καραμανλή], και που δείχνει πόσο ένα βρώμικο καθεστώς ταπεινώνει από λόγους βλακείας και ανθρώπους χωρίς να του είναι απαραίτητο. Ο Καιάδας εκτός του ότι είναι ένα έντιμο βιβλίο, εκτός που θίγει ουσιαστικά για πρώτη φορά στον τόπο μας ένα πρόβλημα, είναι ως κείμενο καθεαυτό ιδιαίτερα εύστοχο».
Και ο Μιχαήλ Μήτρας στο ΣΗΜΑ (#17, Μάιος-Ιούνιος 1977):
«Λογοτεχνική μεταφορά ενός πραγματικού περιστατικού, άμεσης εμπειρίας του συγγραφέα. Αποτελεσματική μεταλλαγή εξ αιτίας ενός “αδιάφορου” ύφους, που επιτρέπει την εκάστοτε συμμετοχή ή μη συμμετοχή, στα δρώμενα, του συγγραφέα-ήρωα της ιστορίας και του συγγραφέα-αφηγητή τής αναπαράστασής της. Ιδιαίτερης σημασίας η “τόλμη” να δηλωθή δημόσια μια ιδιωτική ιδιαιτερότητα του συγγραφέα, με τρόπο όχι πλασματικά “σκανδαλώδη”, αλλά καταδεικτικό του μηχανισμού των ηθών μιας βαθύτατα πουριτανικής-συντηρητικής κοινωνίας». 

Ο Καιάδας του Λουκά Θεοδωρακόπουλου θα επανεκδοθεί (με άλλο εξώφυλλο) το 2004 από τις Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης. Διαβάστε τον.

SAN FRANCISCO STRING TRIO διασκευάζοντας το “Sgt. Pepper’s…”

Τα εορταστικά 50χρονα από την έκδοση του “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” απλώνονται στη δισκογραφία με νέα tributes, που ξεπηδούν από κάθε μουσικό χώρο, υποβάλλοντας σέβη στο magnum opus των Beatles. Λογικό, κι έτσι έπρεπε να συμβεί. Και συμβαίνει.
Στο May I Introduce to You [Ridgeway, 2017] έχουμε μια κάπως ιδιαίτερη περίπτωση, που επιχειρεί με τόλμη και φαντασία πάνω στο κλασικό υλικό των Σκαθαριών. Ένα τρίο από την Bay area, το Σαν Φρανσίσκο πιο συγκεκριμένα, πολύ διαφορετικό από τ’ άλλα τζαζ τρίο ή μη τζαζ τρίο τέλος πάντων.
Λέμε για τους San Francisco String Trio, που αποτελούνται από τον Δανό κλασικό σολίστα Mads Tolling βιολί, την Mimi Fox ηλεκτρική, ακουστική, 12χορδη κιθάρα (με 30χρονη προσωπική δισκογραφία και συμμετοχές δίπλα σε «ονόματα») και τον Jeff Denson κοντραμπάσο, φωνή (από τους σημαντικούς σύγχρονους τζαζ συνθέτες και ενορχηστρωτές).
Τρία όργανα λοιπόν (βιολί, κιθάρα, κοντραμπάσο) αντιμέτωπα μ’ ένα υλικό γνωστό τοις πάσι και άρα «επικίνδυνο» από τη φύση του σε κάθε ιδιότυπη προσέγγισή του. Γιατί, εδώ, η προσέγγιση είναι ιδιότυπη, καθώς όχι μόνο λόγω setting, αλλά και λόγω παρεμβάσεων (μετρικών και άλλων) και λελογισμένων αυτοσχεδιασμών (άκου π.χ. το “Good morning good morning”) το θρυλικό υλικό των Beatles αποκτά άλλες διαστάσεις. Οι εναρμονίσεις επίσης είναι πάντα εμπνευσμένες (άκου το “She’s leaving home” για παράδειγμα), γεγονός που δείχνει την αξία τούτων εδώ των μουσικών, που ξέρουν να συνδέουν τα πάντα (την κλασική, την ποπ, την jazz, την πιο προχωρημένη country), έχοντας όραμα και στόχο.
Το ότι δεν ακολουθούν, σ’ αυτό το δικό τους tribute, το track list του “Sgt. Peppers” είναι κι αυτό ενδεικτικό της συνολικότερης άποψής τους – να επιχειρήσουν να δώσουν, δηλαδή, στο “May I Introduce to You” έναν προσωπικό «αέρα», πράγμα που, εν τέλει, κατορθώνουν.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 21: LIGHTNIN’ HOPKINS (1912-1982)

Ο LightninHopkins δεν ηχογράφησε πριν τον Πόλεμο, αφού τα πρώτα τραγούδια του εκδόθηκαν από την Aladdin το 1946. Επίσης, αν εξαιρεθεί ένα μικρό χάσμα στη δισκογραφική πορεία του, από το 1956 έως το 1959, η παρουσία του υπήρξε μόνιμη στα δρώμενα για σχεδόν 60 χρόνια (καθώς είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’20). Τότε πώς δικαιολογείται η παρουσία του σ’ αυτή τη σειρά των άρθρων; Βασικά, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί στην ουσία τον ανακάλυψε, βγάζοντάς τον από την αφάνεια, ο Sam Charters τον Ιανουάριο του 1959 και δεύτερον, γιατί πάνω του στηρίχθηκε ένα μεγάλο κομμάτι του blues revival. Σκεφτείτε μόνο τούτο. Πως ο διακεκριμένος αυτός μουσικός ηχογράφησε στη δεκαετία του ’60 περισσότερα από 40 άλμπουμ! Εξωπραγματικό νούμερο, αλλά πέρα για πέρα αληθινό – και δεν εννοούμε συλλογές και τα τοιαύτα, αλλά δίσκους με αυθεντικό κατά το μάλλον ή ήττον υλικό. Φυσικά, όλα αυτά τα άλμπουμ δεν ήταν πάντα αντάξια της φήμης και των δυνατοτήτων του, πολλά όμως ήταν κάτι παραπάνω από σπουδαία, αφού όχι λίγες φορές ο LightninHopkins βρισκόταν σ’ αυτά σε μεγάλη φόρμα, έτοιμος για απίθανες συνεργασίες ή για απροσδόκητες ηχογραφήσεις.
Το πρώτο LP του Lightnin' Hopkins στην Folkways, το 1959
Αυτό που η ιστορία του blues έχει κατακρατήσει από την περσόνα του LightninHopkins ήταν η μοναδική ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει πολλές φορές τους στίχους των τραγουδιών του, εμπιστευόμενος πάντα τον αυθορμητισμό του. Ό,τι τον ανέδειξε δηλαδή ως έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς ποιητές της Αμερικής
Ως άνθρωπος, βάσει των περιγραφών που υπάρχουν σε βιβλία, ο Hopkins ήταν «βαρύς», επιφυλακτικός και καχύποπτος. Λένε, δε, πως πριν από κάθε ηχογράφηση ζητούσε πρώτα να πληρωθεί, αλλιώς δεν έμπαινε στο στούντιο. Επειδή οι παραγωγοί τα «έσκαγαν», μιας και οι δίσκοι του πουλούσαν, συνήθως δεν περίσσευε δεκάρα για alternative takes ή διορθώσεις. Αποτέλεσμα; Πολλοί δίσκοι του να έχουν ατέλειες ή να είναι προχειρογραμμένοι.
Ο Hopkins δεν είχε πρόβλημα να παίζει ηλεκτρική ή ακουστική κιθάρα, να συνεργάζεται με μαύρους ή λευκούς, να βουτά στο ψυχεδελικό κλίμα της εποχής (ηχογράφησε ένα πολύ καλό LP στην International Artists με μέλη, στην μπάντα συνοδείας, κάποιους από τους 13th Floor Elevators) ή στο κλασικό hard-driving blues. Ήταν περίεργος άνθρωπος και μάλλον όχι παραδόπιστος, αφού όπως λένε οι φήμες τα λεφτά τα χρειαζόταν απλώς και μόνο για να μπορεί να συντηρεί το πάθος του για τα χαρτιά. Θα μπορούσε, δε, να βγάλει πολύ περισσότερα λεφτά, αν μετακινιόταν από το Houston προς τις δύο Ακτές της Αμερικής, αλλά σπανίως έπαιρνε τα πόδια του αφού δεν συμπαθούσε τα ταξίδια. Εγκατέλειψε εξάλλου ελάχιστες φορές το Τέξας, στο οποίο γεννήθηκε και πέθανε.
Από την πληθώρα των ηχογραφήσεών του, πραγματικός πονοκέφαλος για τους blues fans, αξίζει κανείς να ψάξει για τα παρακάτω άλμπουμ.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Lightnin’ Hopkins – Folkways FS3822 – 1959
2. Country Blues – Tradition TLP 1035 – 1959 
3. Lightnin’ in New York – Candid CJM 8010 – 1961
4. Lightnin’ – Bluesville BVLP-1019 – 1961 
5. Last Night Blues – Bluesville BVLP 1029 – 1961 (με Sonny Terry)
6. Blues in my Bottle – Prestige/Bluesville BVLP 1045 – 1961 
7. Lightnin’ Sam Hopkins – Arhoolie F 1011 – 1962
8. Walkin’ this Road by Myself – Prestige/Bluesville BVLP 1057 – 1962 
9. Smokes Like Lightning – Prestige/Bluesville BVLP 1070 – 1963
10. Soul Blues – Prestige PR 7377 – 1965 
11. Lightnin’ Strikes – Verve Folkways FVS-9022 – 1966
12. Something Blue – Verve Forecast FTS 3013 – 1967 
13. Free Form Patterns – International Artists IA-LP-6 – 1968
14. The Great Electric Show and Dance – Jewel LPS-5002 – 1969 
15. In Berkley – Arhoolie 1063 – 1972