Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 38

5/8/2017
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ειν’ οι στιγμές, που στους αγρούς με τους στομάχους των υγρούς
οι φλογισμένοι τζίτζικες με νευροσπάστων πήδους,
μέσα στο λάγγεμα της γης, μπαίγνια μιας κάποιας προσταγής,
κράζουν στριγκά για την ιερή διαιώνιση του είδους.

Είναι οι στιγμές, όπου γυμνά μπρος στα τσαντήρια τα πυκνά
τα νέα κορίτσια ο πίθηκος θωρώντας των τσιγγάνων,
στην υψικάμινο του ηλιού με τη γκριμάτσα ενού φιλιού
ξεσπάει σε τρίλλισμα τρελλό των διασταλτών του οργάνων.

Είναι οι στιγμές, που οι Μοναχοί μεσ’ στα κελιά των μοναχοί
με μάτια ως οίκων ανοχής δυο πορφυρά λαμπιόνια,
θωρούν ως οραματισμούς του Βελζεβούλ τους πειρασμούς
να ορχιούνται ομπρός σκορπώντας τους της αμαρτίας τ’ αφιόνια.

Είναι οι στιγμές, στο λαύρο φως, που ο ξαναμένος αδερφός
μεσ’ απ’ τη θέρμη την αβρή του ατμώδους κρεβατιού του,
τη γύμνια αντίκρυ την ιερή της αδερφής του αχνοθωρεί,
μ’ ύπουλο κάτι στον κανθό του ημίκλειστου ματιού του.

Κι’ είναι οι στιγμές, όπου κι’ εγώ κάτω απ’ της λαύρας το ζυγό
και μεσ’ στους πύρινους καπνούς της Αιτνικής σαρκός μου,
νοιώθω να βράζη κοχλαστά το σπέρμα εντός μου, ως να ζητά
να πλημμυρίση αγέρωχα τη μήτρα όλου του κόσμου.

Το ποίημα «Καλοκαιρινό μεσημέρι» του ΟΡΕΣΤΗ ΛΑΣΚΟΥ προέρχεται από την ποιητική συλλογή του Το Φιλμ της Ζωής [Τα Χρονικά, Αθήνα 1934]

4/8/2017
Αυτό το τραγούδι το θυμάμαι από πολύ παλιά, από τότε που βγήκε στις αρχές των σέβεντις. Το θυμάμαι μάλιστα, παιδί, ν’ ακούγεται σε πολύ συγκεκριμένα μέρη, όχι σε ταβέρνες και ψησταριές από τζουκμπόξ –αμφιβάλλω αν είχε βγει ποτέ σε 45άρι–, ούτε από το ραδιόφωνο, μα στα διαλείμματα ενός θερινού κινηματογράφου της γειτονιάς μου, όπως και σ’ ένα σφαιριστήριο που ήταν σχεδόν δίπλα στο σινεμά και στο οποίο την... έκανα συχνά, στα κλεφτά, για να χαζέψω τους μαντράχαλους που παίζανε ποδοσφαιράκι.
Εντάξει, εγώ μπορεί να ανακαλώ μια διαδρομή που να με πηγαίνει κατ’ ευθείαν πίσω, αλλά το τραγούδι νομίζω πως είναι καταπληκτικό, δροσερό, καλοκαιρινό κι ό,τι άλλο θέλετε...
Μουσική, στίχοι, ερμηνεία: Λάκης Αλεξάνδρου

4/8/2017
Άμα το 'χεις... το 'χεις. Και γιατί να μην το 'χεις δηλαδή...
O ΑΓΑΘΩΝ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ!
(Γι' αυτά αξίζουν τα live, αλλιώς έχουμε και τους δίσκους)

3/8/2017
Aς πούμε ότι είμαι δάσκαλος και τυγχάνω υπεύθυνος προαυλίου. Βλέπω μαθητή να μοιράζεται το κολατσιό του με παιδί που δεν έχει κολατσιό. Τον παρακολουθώ και πάλι τις επόμενες μέρες. Το ξανακάνει. Μαθαίνω για τον μαθητή, συνεκτιμώ κι άλλα θέματα (ενδεχομένως) και τον προτείνω για σημαιοφόρο στο συμβούλιο διδασκόντων.
Αυτά αρέσουν σ’ εμένα. Ούτε οι κληρώσεις, που είναι σκέτη παπαρία (κληρώσεις κάνουν μόνον όσοι βαριούνται να σκεφτούν και κωλώνουν να πάρουν αποφάσεις), ούτε βεβαίως η αριστεία. Και φυσικά, θα αδιαφορούσα παντελώς για τη γνώμη κάθε εξωσχολικού και πάνω απ’ όλα των γονέων (των μαθητών). 

2/8/2017 
I dreamed I saw Phil Ochs last night 
Alive as you and me
Says I to Phil "you're ten years dead" 
"I never died" says he 
"I never died" says he

The music business killed you Phil 
They ignored the things you said 
And cast you out when fashions changed 
Says Phil, "But I ain't dead" 
Says Phil, "But I ain't dead"

The FBI harassed you Phil 
They smeared you with their lies 
Says he, "But they could never kill what they could not compromise" 
"I never compromised"

"Though fashions changed and critics sneered" 
"The songs that I have sung" 
"Are just as true tonight as then" 
"The struggle caries on" 
"Our struggle caries on"

When the song of freedom rings out loud 
From valleys and from hills 
Where people stand up for their rights 
Phil Ochs is with us still 
Phil Ochs inspires us still
 

2/8/2017
Το θέμα με τη σημαία θα είχε λυθεί οριστικώς και αμετακλήτως, αν καταργούνταν οι μαθητικές παρελάσεις – όπως είναι και το πρέπον. Αφού δεν καταργούνται λοιπόν ΔΕΝ είναι λύση η κλήρωση, όπως ΔΕΝ αποτελεί λύση και η αριστεία. Ποια είναι η λύση;
1. Παρέλαση χωρίς σημαία. Τι πιο απλό;
2. Αν κάποιοι θέλουν οπωσδήποτε σημαία ας αποφασίζει γι’ αυτό ο σύλλογος διδασκόντων του κάθε σχολείου με πολλαπλά κριτήρια. Ήθος, επιδόσεις, άλλες πράξεις του μαθητή, που μπορεί να χρήζουν επιδοκιμασίας κ.λπ.
Το θέμα, σε κάθε περίπτωση, είναι ήσσονος σημασίας και η σπέκουλα που γίνεται πάνω σ’ αυτό εκτός τόπου και χρόνου.

31/7/2017
Αυτό το δυσεύρετο πια βιβλίο [Απόπειρα, 1985], με τους αυθεντικούς διαλόγους από την ταινία του Βιμ Βέντερς «Παρίσι, Τέξας», είναι το πρώτο του Σαμ Σέπαρντ (1943-2017) που κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα μας;

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

BEHIND YOU κλαρίνο και ηλεκτρονικά σε απροσδόκητους συνδυασμούς

Οι Behind You είναι ένα (ελληνικό) ντουέτο, το οποίο αποτελούν οι Ορφέας Κάππα κλαρινέτο και Λάμπρος Ζαφειρόπουλος ηλεκτρονικά, ηχογραφήσεις. Για τον Ζαφειρόπουλο είχαμε γράψει προσφάτως, με αφορμή το πολύ καλό LP «λ/κ», που μοιραζόταν με τον Κωστή Δρυγιανάκη, ενώ και ο Ορφέας Κάππα έχει κάποια… προϊστορία, εξ όσων είδα στο discogs, μέσω προσωπικών καταγραφών και συμμετοχών σε σχήματα (The Sailing Tomatoes). Ως Behind You παρουσιάζονται πρώτη φορά, τώρα, μέσω μιας κασέτας (40 αριθμημένα αντίτυπα – οι εγγραφές υπάρχουν και στο bandcamp), που έχει τίτλο “The Goodmorning Sessions” [Hxoi Kato Apo To Spiti, 2017] και η οποία περιλαμβάνει δύο κομμάτια στην πρώτη πλευρά (Χ) κι ένα στη δεύτερη (Υ).
Το πρώτο, γραμμένο ζωντανά στο Underhouse στούντιο, στο Βόλο (όλα τα tracks είναι γραμμένα εκεί), βασίζεται, φυσικά, στο κλαρίνο και τα ηλεκτρονικά. Το πνευστό αυτοσχεδιάζει μελωδικά, με… υποβαθμισμένες αναφορές στην ελληνική ή όποια άλλη παράδοση – ούτε jazz, ούτε… Tzadik, ούτε τίποτα. [Προσωπικώς, το μόνο που ανακαλώ στη μνήμη μου είναι ο Γιάννης Μαρκόπουλος των sixties soundtracks («Μικρές Αφροδίτες», «Ο Φόβος» κ.λπ.), κυρίως στη διαμόρφωση μιας κάπως παγανιστικής ατμόσφαιρας]. Τα ηλεκτρονικά βοηθούν «πιέζοντας» στο background. Το δεύτερο track θα μπορούσε να πει κανείς πως συνεχίζει στο αυτό ύφος, αλλά και όχι… Είναι πιο αβαντ-γκαρντίστικο, καθώς και το κλαρίνο αυτή τη φορά κινείται σε πιο «σύγχρονα» μονοπάτια, με τα ηλεκτρονικά να… υπονομεύουν στο ίδιο ύψος. Ενδιαφέρον οπωσδήποτε και αυτό, δηλαδή πολύ ενδιαφέρον – αν και το πρώτο φαντάζει στ’ αυτιά μου πιο παρεμβατικό.
Στη δεύτερη πλευρά της κασέτας, την Y, καταγράφεται ένα ακόμη track των Behind You. Έχει διάρκεια περί τα 14 λεπτά και ξεκινάει με το κλαρίνο σε δρόμους μελωδικούς, πριν ακολουθήσει μια κάπως minimal διαμόρφωση με τα δύο όργανα, ας-το-πω-έτσι, το κλαρίνο και τα ηλεκτρονικά, να συνεργάζονται επί ίσοις όροις, δημιουργώντας μιαν υπερβατική ατμόσφαιρα – η οποία μετά τη μέση αποκτά δυνατά αγχωτικά χαρακτηριστικά, πέραν του πιο αναμενόμενου κλεισίματος.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

καινούρια ροκ συγκροτήματα, που δεν παίζουν πάντα σκληρά και ορισμένες φορές πειραματίζονται

ÇA: MTPCAMSDAGJQJSLV [Atypeek Music/ Vox Project, 2017]
Τελικά όλα τα ανακατέματα στη μουσική μπορείς να τα δεις – και όλα, άλλα λιγότερα και άλλα περισσότερο, να έχουν ένα μικρό ή μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Να, τούτοι εδώ οι Γάλλοι φερ’ ειπείν (τρίο είναι), που αποκαλούνται Ça, και που επιχειρούν να παίξουν ένα fusion-rock, φέρνοντας κοντά hard rock passages, με ατέρμονους ρυθμούς, ξαφνικές αλλαγές, επιταχύνσεις κ.λπ.
Δεν μπορείς να τους ψυχολογήσεις τους Ça κι αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς, ας πούμε, ποιες είναι οι πιο βασικές αναφορές τους. Οι Led Zep ξέρω ’γω ή ο… Peter Brötzmann; Ή ένας συνδυασμός πιο καθαρόαιμου punk και punk-jazz; Δεν βγάζεις άκρη. Οπότε ακούς και δεν το ψάχνεις. Βασικά οι Ça τα πάνε καλά με το ρυθμό, και καθόλου καλά με τη μελωδία. Ψάχνουν, βρίσκουν και επεξεργάζονται ρυθμικά patterns, τα οποία στην πορεία αποκτούν έναν κεντρικό ρόλο. Όλα περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό. Και πάνω ’κει οι Γάλλοι πειραματίζονται με όλα – ακόμη και με το funk. Ιδιαίτεροι, αλλά θέλουν δουλειά ακόμη.
TOMBOUCTOU: Ceiling Coast [Atypeek Music/ Carogna, 2017]
Δύο άντρες (Melloul ντραμς, A.C. κιθάρα) και μια γυναίκα (Cocrelle φωνή) αποτελούν τους Tombouctou, που είναι Γάλλοι ή εν πάση περιπτώσει προέρχονται από τη Γαλλία (Λυών) και υπάρχουν από το 2015. Ντραμς, κιθάρα και φωνή (άνευ μπάσου) και τραγούδια που στέκονται λίγο παραπάνω από στοιχειωδώς, κινούμενα προς μια punky (με στοιχεία blues) και κάπως noisy αισθητική. Μεγάλη επιρροή εδώ η Nina Hagen, όσον αφορά στα φωνητικά – αν και στα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (υπάρχουν δύο 9λεπτα), το πράγμα κάπως ξεφεύγει. Ιδίως στο πρώτο απ’ αυτά, στο “Nail”, δεν θα ήταν εντελώς αδόκιμο αν μιλούσε κανείς για ένα… progressive punk track, που μπορεί κατά τόπους να φέρνει στη μνήμη ακόμη και τον Roman Bunka τής εποχής του
“Dein Kopf Ist Ein Schlafendes Auto” (1980).
Νομίζω πως αυτά τα μεγαλύτερα στο χρόνο tracks είναι και τα πιο ενδιαφέροντα του “Ceiling Coast” κι εκείνα, ενδεχομένως, που μπορεί να δώσουν στους Tombouctou κάτι, που δεν το έχουν άλλοι.
BJØRN RIIS: Forever Comes to an End [Karisma, 2017]
Ο Bjørn Riis είναι κιθαρίστας του νορβηγικού progressive γκρουπ Airbag, που υπάρχει από 13ετίας κι έχει κυκλοφορήσει, έως σήμερα, διάφορα καλά άλμπουμ. Και ο Riis, όμως, έχει κυκλοφορήσει κι άλλο προσωπικό άλμπουμ, το “Lullabies in a Car Crash” το 2014, με το παρόν “Forever Comes to an End” να επιβεβαιώνει, συν τοις άλλοις, και μια τάση τού σύγχρονου νορβηγικού progressive – αυτή της μελωδικής διάστασής του, με σαφείς αναφορές στους Pink Floyd των early seventies και βασικά στον κιθαρίστα τους David Gilmour. Το λέω, επειδή ως κιθαρίστας και συνθέτης ο Riis, έχει τον τρόπο να δημιουργεί και να προτείνει γύρω απ’ αυτό το πλαίσιο, και μάλιστα με καλά ή και πολύ καλά αποτελέσματα.
Το “Forever Comes to an End” περιλαμβάνει επτά συνθέσεις (όλες του Riis), που έχουν ποικίλες διάρκειες (υπάρχουν 8λεπτα και 10λεπτα κομμάτια κι ένα-δυο μικρότερα). Οι μελωδίες πρωταγωνιστούν, βεβαίως, και μαζί οι κιθάρες και τα πλήκτρα, που είναι πανταχού παρόντα, γεμίζοντας κάθε «κενό» χώρο. Στο άλμπουμ υπάρχουν και τραγούδια και ορχηστρικά, που κάπως εναλλάσσονται… κάτι που παραπέμπει επίσης στη «συγκρότηση» των δίσκων του παρελθόντος – με τα ορχηστρικά να είναι κατά τι προτιμότερα, από τα άσματα. Νομίζω, δηλαδή, πως τα οργανικά μέρη είναι τα δυνατά σημεία των συνθέσεων του Riis, που δείχνει εντελώς εξοικειωμένος και με το ύστερο prog-rock (και όχι μόνο με τους Floyds των early seventies). Και αναφέρομαι σε κάτι άλμπουμ όπως το “Voyage of The Acolyte” του Steve Hackett, για να μη μιλήσω ακόμη και για hints από Goblin σε ορισμένα tracks.
Γενικώς, ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ (κυκλοφορεί και σε 2LP), που θ’ αρέσει στους φανατικούς προγκρεσιβάδες (όχι του… underground progressive, αλλά του πιο mainstream). Το 10λεπτο “Winter” είναι έξοχο κομμάτι.
BISON: You are Not the Ocean you are the Patient [Pelagic, 2017]
Οι Bison είναι μεταλλάδες από το Βανκούβερ κι έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα τέσσερα άλμπουμ – το ’08, το ’10, το ’12 και το ’17. Γι’ αυτό το τελευταίο τους, το “You are Not the Ocean you are the Patient” θα πούμε τώρα λίγα λόγια.
Το συγκρότημα, το οποίο αποτελούν οι Shane Clark μπάσο, Matt Wood ντραμς, Dan And κιθάρες φωνή, James Farwell κιθάρες, φωνή (ακούγονται ακόμη φλάουτο και βιολί στην ηχογράφηση), έχει θέσεις και απόψεις που απλώνονται όχι μόνο στα μουσικά ζητήματα, μα και στους στίχους. Είναι προοδευτικό, ας το πούμε έτσι, συγκρότημα οι Bison. Γράφουν αντιπολεμικά τραγούδια, και άλλα που σχετίζονται με την επιστροφή σε πιο φυσικούς και πιο ανθρώπινους τρόπους ζωής, δίχως να ξεχνάνε να δώσουν κουράγιο και για όσους την παλεύουν στη δύσκολη καθημερινότητα. Χοντρικά αυτά, κι έτσι όπως προκύπτουν μέσα από τα τραγούδια τους “Anti war”, “Until the earth is empty” κ.λπ. Μουσικά… κι εδώ οι Bison πετάνε. Βαρύ μεταλλικό ροκ, με σωστές ριφολογίες και μανιασμένα φωνητικά, που όταν ξεφεύγει… ξεφεύγει για τα καλά (“Tantrum”). Προσέξτε τους.
LLNN/WOVOKA: Traces/ Marks [Pelagic, 2017]
Split μεταλλικό LP, με την πρώτη πλευρά, την “Marks”, να την καταλαμβάνουν οι Δανοί dark, heavy, post-apocalyptic LLNN και τη δεύτερη, την “Traces”, οι post/sludge metal Wovoka από τα περίχωρα του Los Angeles (όπως διαβάζουμε στο discogs). Οι LLNN είναι ένα επικό τρίο εκτραχηλισμένου μεταλλικού ροκ, με σφοδρές ερμηνείες και παιξίματα που πάνε παράλληλα με την… αποκαλυπτική θεματική τους. Είναι απολύτως πειστικοί και τα οργανικά passages που προσφέρουν στα κομμάτια τους έχουν αναντίρρητη αξία. Ιδίως το τελευταίο τους, υπό τον τίτλο “Gravitated”, που προκαλεί λυτρωτικά ρίγη.
Το επικό στοιχείο δεν λείπει και από τους Wovoka, που ηχητικώς κινούνται σε παρεμφερείς γραμμές (και υπ’ αυτή την έννοια έχει νόημα το split LP). Το γεγονός, τώρα, ότι το δικό τους track, το “Traces”, ξεπερνάει τα 17 λεπτά καταλαμβάνοντας όλη τη δεύτερη πλευρά του δίσκου είναι κι αυτό ενδεικτικό της μεταλλικής αγριάδας, του γοτθικού σκότους και της παικτικής υπερέντασης που διατρέχει το σημερινό post-metal (έτσι το λένε)… και καλώς δηλαδή.
Επαφή: www.creative-eclipse.com
  

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

YESTERDAY’S THOUGHTS για το τέταρτο άλμπουμ τους “Paper Ship”

Με περισσότερα από 20 χρόνια στο δρόμο (σχηματίστηκαν στην Αθήνα το 1996), οι Yesterdays Thoughts είναι ένα γκρουπ που ομνύει στην γκαραζοψυχεδέλεια. Ο ήχος τους δηλαδή είναι… 1966-67 εντελώς –με τίποτα πιο πίσω ή πιο μπροστά–, αναπαράγοντας με δύναμη και πίστη τα vibes μιας μουσικής, που ποτέ δεν έπαυσε να απασχολεί παίκτες και κοινό σε όλες τις επόμενες δεκαετίες. Υπάρχει, λοιπόν, μια προσήλωση στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου ιδιώματος, η οποία γίνεται με όρεξη και γνώση. Και αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς ακούγοντας και το τέταρτο LP των Yesterdays Thoughts, το Paper Ship, που κυκλοφορεί τώρα από τις Trip Records / Missing Vinyl σε 500 κόπιες.
Οι Yesterdays Thoughts είναι τέσσερις, ο Δημήτρης Μεγεντισίδης φωνή, φαρφίζα, ο Σπύρος Μεγεντισίδης κιθάρες, φωνητικά, ο Λευτέρης Γαλάνης μπάσο, φωνητικά και ο Γιώργος Βαγιατλάκης ντραμς, ενώ βοηθάει σε φωνητικά και ταμπουρίνο ο Παναγιώτης Μακρυγιάννης. Και τα 14 tracks του άλμπουμ είναι δικά τους, με τα “Faces in the dark” και “Petty world of pain” να προέρχονται από το πρώτο 45άρι του γκρουπ (το 1999) και εδώ να ανασκευάζονται.
Εκείνο που κάνει εντύπωση από την αρχή στο “Paper Ship” είναι πως όλα τα κομμάτια είναι ενός (υψηλού) επιπέδου, δίχως κάποιο να υστερεί ή να βγαίνει πιο πάνω από τ’ άλλα. Υπάρχει μια συνθετική γραμμή, δηλαδή, με τις όποιες (εντός του κλίματος) παραλλαγές της, που ακολουθείται σταθερά και πάνω ’κει αραδιάζονται οι στίχοι των Yesterdays Thoughts και βεβαίως η φωνή/φωνές και τα όργανα.
Τα λόγια είναι εξ ίσου ενδιαφέροντα, να το πούμε κι αυτό, με το συγκρότημα να προβάλλει πτυχές τής ουσίας τής ζωής, με μια παράλληλη πίστη πως τίποτα δεν είναι οριστικά χαμένο κτλ. (άκου το παρηγορητικό “Guide” π.χ.), ενώ ωραία είναι και η φωνή, που διαθέτει δραματικούς τόνους, σκληραίνοντας όπου απαιτείται. Ως τέλεια, τέλος, θα χαρακτηρίσω την ενοργάνωση και τα παιξίματα – κάτι που δείχνει την εμπειρία της μπάντας και βεβαίως την προεργασία που έχει υπάρξει.
Δεν έχεις κάτι άλλο να πεις για ένα τόσο ταγμένο συγκρότημα, που ζει γι’ αυτά που του αρέσουν, παρουσιάζοντάς τα με τόση αποφασιστικότητα στον κόσμο.
Επαφή: missingvinyl@veamusic.com
 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΖΑΖ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ 80s

Τα eighties υπήρξαν μία πολύ καθοριστική εποχή για την πορεία των τζαζ πραγμάτων στην Ελλάδα. Φυσικά είχαν πάρει τη σκυτάλη από τις προηγούμενες δεκαετίες και ήταν συνέχειά τους, όμως στα eighties συνέβησαν πράγματα που δεν είχαν συμβεί έως τότε στο χώρο – και αυτό είναι που τα κάνει ξεχωριστά.
Κατ’ αρχάς ας ρίξουμε, χοντρικά, μια ματιά στην ελληνική τζαζ δισκογραφία – να πούμε έναν αριθμό.
Ενώ οι δίσκοι που είχαν κυκλοφορήσει στα seventies στη χώρα (όσο και ν’ ανοίξουμε τον όρο «τζαζ») δεν ήταν πάνω από δέκα, στα eighties ήταν πάνω από εξήντα! Κι αυτό λέει κάτι ή μάλλον πολλά… Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τούτο, γράφοντας για τα πλέον σημαντικά άλμπουμ της περιόδου.
Η δεκαετία ανοίγει (το 1980) με το ιστορικό, σήμερα, 2LP «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός], που είχε ηχογραφηθεί στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου, στην πλατεία Ραγκαβά στην Πλάκα, την 15/4/1979, από τους Σάκη Παπαδημητρίου πιάνο και Φλώρο Φλωρίδη κλαρίνο, σοπράνο και άλτο σαξόφωνο. Ήταν ο πρώτος δίσκος free-improv, που τυπώθηκε ποτέ στη χώρα – και αυτό έχει τη σημασία του. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν επίσης οι «Πιανοεπαφές» του Παπαδημητρίου, το «[(ν)τζζρρρτ]» του Φλωρίδη (αμφότερα στη Σειρά Αυτοσχεδιασμός της Θεσσαλονίκης) και ακόμη ένα από τα πιο καθοριστικά LP σε όλη την ιστορία της ελληνικής τζαζ, το «Χωρίς Σύνορα» του Κυριάκου Σφέτσα και της Greek Fusion Orchestra (Βήχος, Τερεζάκης, Θεοδωρίδης, Τζήμας κ.ά.). Ο Σφέτσας αναμιγνύει την τζαζ με τις δημοτικές μελωδίες, δίνοντας απόλυτο νόημα στον όρο «ελληνική τζαζ» σ’ ένα συναρπαστικό όσο και διαχρονικό άλμπουμ.
Το ’81 πάλι ο Σφέτσας κυκλοφορεί το fusion OST «Στο Δρόμο» [ΕΜΙ/ Columbia] με τη φωνή της Κατερίνας Γώγου (από την ταινία «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου), ο Μίμης Πλέσσας μαζεύει όλη την παλιά φρουρά (Καλλίρης, Τσεσμελής, Γιώργος Λαβράνος, Μικέλης, Καραντάνης, Βήχος…), όπως και πιο σύγχρονους μουσικούς, μπαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, στο πλαίσιο της Έκφρασης ’80-’81 και βγαίνει από ’κει με τα δύο άλμπουμ «40 Χρόνια Jazz». Περαιτέρω, οι Sphinx δίνουν το δεύτερο LP τους ως κουαρτέτο (Αλεξίου, Ζώης, Φιλιππίδης, Τρανταλίδης), τις «Επτά Διαστάσεις» [ΑCBA], ενώ και ο Γιώργος Τρανταλίδης σκάει με το “Clarification” [EMI/ Columbia] και την πρώτη συνεργασία του με ούγγρους μουσικούς (George Vukan, Balazs Berkes).
Το 1982 τα πράγματα ανεβαίνουν. Η Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου ξεκινά τον ελληνικό κατάλογό της με το “Integra” του πιανίστα Μηνά Αλεξιάδη, ο κιθαρίστας Δημήτρης Ζαφειρέλης δίνει τις «Φυλλωσιές» [Lyra], ενώ και o ντράμερ Γιώργος Τρανταλίδης με τους Ούγγρους τού Tony Lakatos Quartet ηχογραφεί το “One Two Three Four” [EMI/ Columbia].
Την επόμενη χρονιά, το 1983, επίσης βγαίνουν σημαντικοί δίσκοι με πρώτον και καλύτερο την «Αυταπάτη» [Philips] της Ηδύλης Τσαλίκη. Σημειώνουμε επίσης το “Piano Plays” του Σάκη Παπαδημητρίου, που τυπώθηκε στη βρετανική Leo, το “Pandora’s Blues” [Banana S] της κιθαρίστριας Νανάς Σιμοπούλου, όπως και το “Phonorama” [Praxis] του πιανίστα Θωμά Σλιώμη και του γάλλου αλτίστα Daunik Lazro. Μνεία, επίσης, στο εκτεταμένο «Κι αυτό κακόηθες παιδιά» του Θάνου Μικρούτσικου από το LP «Αραπιά για Λίγο Πάψε να Χτυπάς με το Σπαθί» [CBS], με τις παρουσίες των Δερτιλή, Τουλιάτου, Στρατηγόπουλου και Πατεράκη στο team.
Το 1984 υπάρχει μια πρόσκαιρη καθίζηση στην τζαζ δισκογραφία, καθώς το μοναδικό LP που ξεχωρίζει είναι το αυτοσχεδιαστικό «L.S.-F.M./ Άδωνις 21.10.1983» [μ.α.δ] των Φλώρου Φλωρίδη, Paul Lytton, Hans Schneider και Pinguin Moschner.
Ο Νίκος Γεωργούσης, ένας άξιος «κηθτζαρετικός» πιανίστας, που χάθηκε πρόωρα, δίνει το ’85 τις ανεξάρτητες «Εικόνες» του, η Κολλεκτίβα Χάλκης, από τη Χάλκη της Λάρισας, σε επίσης ανεξάρτητη έκδοση, ηχογραφούν ένα δυνατό improv LP, o Φλωρίδης συνεχίζει με το “Amore” [j.n.d.] σε συνεργασία με τους Mark Charig και Taya Fisher, ο Τρανταλίδης δίνει τo πρώτο «Χόρες» [Αφοί Φαληρέα] με Πατερέλη, Σπάθα κ.ά., ενώ συνεχίζει και ο Σφέτσας με το “Works Vol I/ Cactus Light, Double Image” στην Praxis.
To 1986 έχουμε το δεύτερο των Χόρες («Μεσόγειος») με τη συμμετοχή τώρα και του λαϊκού βιολιστή Γιώργου Κόρου, το “Ellispontos” των Φλωρίδη, Paul Lytton, Hans Schneider και Phil Wachsmann (όλοι αναγνωρισμένοι improvisers), άλμπουμ του Σάκη Παπαδημητρίου (με τον ντράμερ Günter Sommer), του Θάνου Μικρούτσικου και του Βαγγέλη Κατσούλη, το “Tili - Tili - Tili” της Λητούς Βογιατζόγλου, το πολύ καλό όσο και μοναδικό fusion LP των Θεσσαλονικέων A Priori [Ano Kato], όπως και το “A New Day” [Polydor] των Iskra, που μας φέρνει σ’ επαφή με τη νεότερη γενιά των τζαζ μουσικών (David Lynch, Μπαρμπέρης, Φαραζής, Φακανάς, Πλιάτσικας).
Σε αδρές γραμμές οι δίσκοι του ’87, που αξίζει εδώ να αναφερθούν είναι το “The Manager in Charge, I Salute” [j.n.d.] των Φλωρίδη και Γιάννη Μουρτζόπουλου (έξοχος συνδυασμός τζαζ και ηλεκτρονικών), το improv “Krok Trio” [j.n.d.] του Krok Trio (Φλωρίδης, Πολυζωίδης, Σιγανίδης) με το «5 Έλληνες στον Άδη» του Γιάννη Παπαϊωάννου ανάμεσα, όπως και το “Spatial Trembling” [Praxis] του ελληνοκύπριου κιθαρίστα Ανδρέα Γεωργίου. Ακόμη ο «Τόμος 1» [Ανεξάρτητη Παραγωγή] της Οπτικής Μουσικής [Δρυγιανάκης, Κατσιάνη, Χονδρός κ.ά.], που κομίζει μιαν άλλη πρόταση στον αυτοσχεδιασμό γενικότερα.
Το 1988 κυκλοφορούν οι «Ήχοι του Χειμώνα» [Π.Η.], το 4πλό LP από τις εκδηλώσεις του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς, στο οποίo η ελληνική τζαζ έχει σημαντική παρουσία (Μικέλης, Διακογιάννης/ Χήρας/ Πατερέλης/ Τρανταλίδης, Μ. Αλεξίου, Φλωρίδης/ Χρήστου, Γ. Φιλιππίδης, Κολλεκτίβα Χάλκης, Τουλιάτος/ Γεωργίου, Παπαδημητρίου…). Επίσης τυπώνονται και άλλοι σημαντικότατοι δίσκοι της σκηνής, όπως ο «Μικρός Αδερφός» [Lyra] του Μιχάλη Σιγανίδη, η «Άλλη Πλευρά» [Ano Kato] του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ (Χονδρός, Κατσιάνη, Τραγόπουλος) και ακόμη το “The Slipping Beauty” [Utopia] του Κατσούλη, το “Piano Oracles” [UK. Leo] του Παπαδημητρίου, το “Erisma” [RCA/BMG] του Τρανταλίδη, το διπλό “Horizon” [RCA] του Φακανά…
Την τελευταία χρονιά της δεκαετίας του ’80, το 1989, οι δίσκοι είναι ελάχιστοι και αν κάποιοι θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναφερθούν εδώ αυτοί είναι το “Hand Made” [OM Center] του «μονκικού» πιανίστα Παντελή Καραγεώργη, το “In Situ, Piano Cellules” [FR. ADDA] του Σάκη Παπαδημητρίου και τέλος το “Still Waters” [GER. ENJA] της Νανάς Σιμοπούλου.
Φυσικά δεν ήταν μόνον οι δίσκοι…
Από τον πλευρά των κλαμπ συνεχίζει στα πρώτα χρόνια του ’80 το Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα (αναφέρουμε το πιο σημαντικό). Πότε έκλεισε; Ας αφήσουμε τον ίδιο τον Μπαράκο να μας το πει (Περιοδικό, #46, 12/1990):
Γιώργος Μπαράκος
«Το Τζαζ Κλαμπ κλείνει 23 Νοεμβρίου του ’83. Έχω ακόμη ολοζώντανα στη μνήμη μου τα αστυνομικά όργανα που με έβγαλαν δια της βίας έξω από το κλαμπ και το σφράγισαν. Είχα ζητήσει μερικές μέρες παράτασης της λειτουργίας του, λόγω του προγράμματος συναυλιών του γάλλου σαξοφωνίστα Ντονίκ Λαζρό και του πιανίστα Θωμά Σλιώμη. Είχαν κανονιστεί πολύ πριν ανακοινωθεί το σχέδιο για την εξυγίανση της Πλάκας. Το όλο γεγονός συνέβη επί υπουργίας Τρίτση. Είχα κάνει τότε προσπάθειες να τον δω στο υπουργείο, αλλά απουσίαζε εκτός Ελλάδος, όπως μου έλεγαν. Μίλησα με κάποιον ιδιαίτερό του. Του άφησα κι ένα υπόμνημα, όπου του εξηγούσα περί τίνος επρόκειτο. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτα.(…)».
Ο Μπαράκος θα μεταφέρει το κλαμπ, για λίγο, στην Κυψέλη, όμως κι εκείνο το χώρο θα τον έκλινε τελικά η αστυνομία.
Μέσα απ’ όλα τούτα ένα είναι σίγουρο. Η απομάκρυνση του Μπαράκου από το κέντρο της ντόπιας σκηνής έβλαψε ανεπανόρθωτα το χώρο της ελληνικής τζαζ. Θα ήταν αλλιώς τα πράγματα, εννοούμε, και στα eighties και μετά απ’ αυτά, αν μακροημέρευε το Τζαζ Κλαμπ.
Οι (ξένες) συναυλίες, επίσης, βοήθησαν περαιτέρω στην ταυτοποίηση της ελληνικής σκηνής, μέσω, αυτή τη φορά, της ζωντανής επαφής με τα πολλά και σημαντικά ονόματα που κατέφθαναν απ’ έξω. Ας αναφέρουμε μερικές. Στα χρόνια του ’80 εμφανίστηκαν στην Ελλάδα οι Ray Charles, Jan Garbarek, Oscar Peterson, Lionel Hampton, Keith Jarrett, Hugh Masekela, Miles Davis, Freddie Hubbard, Paul Motian, Dewey Redman, Steve Lacy, Stan Getz, Archie Shepp, Tito Puente, Pharoah Sanders και δεκάδες άλλοι – για να μην πούμε για το φεστιβάλ Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου, που έφερνε το ελληνικό κοινό σε επαφή με το πιο προχωρημένο jazz thing (John Tchicai, Sam Rivers, Peter Kowald, The Art Ensemble of Chicago, The Sun Ra Arkestra, Anthony Braxton, Oriental Wind, Andrew Cyrille κ.ά.), όπως και για το Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης (τις περισσότερες φορές υπό την επίβλεψη του Φλώρου Φλωρίδη).
Από πλευράς εκδόσεων στην δεκαετία του ’80 κυκλοφόρησαν βιβλία (κάπως περισσότερα) και περιοδικά (ελάχιστα), που βοήθησαν στην εμπέδωση της τζαζ ιστορίας και κριτικής. Στα περιοδικά να αναφέρουμε το «ΤΖΑΖ» (Κώστας Γιαννουλόπουλος, Σάκης Παπαδημητρίου, Δημήτρης Θ. Αρβανίτης), που είχε ξεκινήσει στα τέλη του ’77 και που παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’80 και βεβαίως τα τέσσερα τεύχη του «συν και πλην» από τη Θεσσαλονίκη (1/1981-11/1982), με την επιμέλεια του Σάκη Παπαδημητρίου, που ήταν περισσότερο προσανατολισμένα προς τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό.
Τέλος από τα καμμιά 25αριά τζαζ βιβλία που τυπώθηκαν στα eighties ν’ αναφέρουμε τα εξής: Τζων Τσίλτον «Ιστορία της Τζαζ» [Υποδομή, 1981], Marshall W. Stearns «Τζαζ» [Ε.Λ.Ι.Α., 1981], Φρανκ Κόφσκυ «Ο Μαύρος Εθνικισμός και η Επανάσταση στη Μουσική» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, 1981], Τσαρλς Μίνγκους «Χειρότερα κι από Σκυλιά» [Εξάντας, 1981], Κώστας Γιαννουλόπουλος «Οδηγός Τζαζ Δίσκων» [Απόπειρα, 1983], Μπίλλυ Χολιντέυ/ Αυτοβιογραφία/ Η Κυρία Τραγουδάει τα Μπλουζ [ΑΓΡΑ, 1984], Valerie Wilmer «Σοβαρό Όσο και η Ζωή σου» [Praxis, 1984], Valerie Wilmer «Μαύρη Μουσική» [Απόπειρα, 1985], Έρικ Τζ. Χόμπσμπομ «Η Σκηνή της Τζαζ» [Εξάντας, 1988], Charlie Parker/ Η Σκηνή της Τζαζ [Εξάντας, 1989], Duke Ellington/ Η Σκηνή της Τζαζ [Εξάντας, 1989]…

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό SONIK, τεύχος Η Μουσική στην Ελλάδα των 80s, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ ένα live στο AN Club από το 1990

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε σε δίσκο βινυλίου (500 κόπιες) από τις B-otherSide/ Mr Vinylios ένα live του Παύλου Σιδηρόπουλου και των Απροσάρμοστων από το 1990. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για ηχογράφηση από το AN Club, από παραστάσεις που έγιναν στα διήμερα 16-17 Μαρτίου και 23-24 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς – και απ’ αυτή την άποψη σχετίζονται όσον αφορά στη σύνθεση του γκρουπ, στο track list κ.λπ. με το επίσημο LP «Χωρίς Μακιγιάζ» [ΜΒΙ], που ήταν κι εκείνο ηχογραφημένο live, στο κλαμπ ΜΕΤΡΟ, την 19η Φλεβάρη του ’89 (κανα χρόνο νωρίτερα δηλαδή). Όπως σ’ εκείνο το live έτσι και σ’ αυτό ακούγονται οι Παύλος Σιδηρόπουλος φωνή, Βασίλης Πετρίδης κιθάρες, Οδυσσέας Γαλανάκης κιθάρες, Λουκάς Γκέκας πλήκτρα, Αλέκος Αράπης μπάσο και Κυριάκος Δαρίβας ντραμς. Αν το «Χωρίς Μακιγιάζ» ήταν κακό από πλευράς ηχοληψίας, παραγωγής κ.λπ. ακόμη και για το Σιδηρόπουλο –όπως είχε πει ο ίδιος στον Δημήτρη Δημητράκα σε ραδιοφωνική συνέντευξη στον Rock FM την 25/11/1990, την οποία διαβάζουμε στην Οδό Πανός, τεύχος 152/3, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2011: «είναι απαράδεκτος (ο δίσκος), η παραγωγή είναι απαράδεκτη, και εγώ το έμαθα όταν βγήκε»– το AN Club live!” είναι αρκετά καλό, δηλαδή καλύτερο σαν ηχητική-παραγωγή, πιάνοντας τους Απροσάρμοστους και τον Σιδηρό σε καλή φόρμα – κάτι όχι αυτονόητο.
Είναι γνωστό θέλω να πω, για ’μας που τον είχαμε δει και ξαναδεί τον Σιδηρόπουλο στα eighties, πως ο μακαρίτης εμφανιζόταν, συχνά, με προβλήματα πάνω στη σκηνή, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται χαοτικές ή και τραγελαφικές καταστάσεις. Το να πετύχεις λοιπόν το Σιδηρόπουλο στη «σωστή» στιγμή και να τον ηχογραφήσεις ήταν κάπως και σαν «δώρο θεού», λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός πως η ηχογράφηση ενός rock live στην Ελλάδα δεν ήταν, ακόμη και στα eighties, εύκολη υπόθεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε την αρχική εγγραφή από το AN Club του Μπάμπη Χαλάτση, την οποίαν ανέλαβε να φέρει σε… δισκογραφήσιμη μορφή ο Γιάννης Κύρης. Έτσι κάπως μπαίνει ο δίσκος στο πλατώ και αρχίζουμε ν’ ακούμε... Μερικές διαπιστώσεις λοιπόν…
Ο Σιδηρόπουλος είναι σε καλή φόρμα και η επικοινωνία του με τον κόσμο είναι καλή. Εξ ίσου καλή, στα μέτρα ενός live, που δεν προοριζόταν για δισκογράφηση, είναι και η παρουσία των Απροσάρμοστων, που παίζουν σκληρά και στιβαρά, με τις κιθάρες μπροστά και συχνά με… χαμένο τον ήχο των πλήκτρων (στήνεις αυτί για να τ’ ακούσεις). Θα πω το εξής, προσπαθώντας να ανακαλέσω το κλίμα της εποχής...
Τον Σιδηρόπουλο, ένα χρόνο πριν φύγει απ’ τη ζωή, ή ακόμη και κάτι μήνες, τον είχε περιθωριοποιημένο το καλλιτεχνικό σινάφι. Μην κοιτάτε τώρα… Και ο κόσμος δεν τον παρακολουθούσε ιδιαιτέρως. Εθεωρείτο, για πολλούς, ακόμη περισσότερο… πασέ και από τα early 80s, καθώς εμφανιζόταν κολλημένος υπέρ το δέον σε ηχητικές φόρμες άλλων εποχών. Έτσι, και παρότι ο άνθρωπος εύρισκε, από καιρού εις καιρόν, τη δύναμη να γράψει μερικά καλά ή και πολύ καλά τραγούδια (είναι αλήθεια πως μερικά από τα καλύτερά του τα έγραψε εκείνη την τελευταία εποχή του) δεν βρέθηκε κάποιος παραγωγός για να τον μπάσει στο στούντιο, ώστε να καταγραφούν οι όπως-θα-έπρεπε εκδοχές τού «Welcome to the show» ή τού «Πες μου αν θέλεις κάτι».
Θα πω κάτι για το Σιδηρόπουλο, που το πιστεύω ακραδάντως και από χρόνια. Ίσως είναι ο πιο άτυχος (ας το πω έτσι), από πλευράς παραγωγών, έλληνας ροκ τραγουδοποιός. Κανένας δίσκος του δεν ευτύχησε να έχει ήχο λαμπερό και ταυτοχρόνως συμβατό με τις εκάστοτε αισθητικές κατευθύνσεις του ροκ. Αν εξαιρέσεις τα 45άρια με τους Δάμων και Φιντίας και τα Μπουρμπούλια από τις αρχές του ’70, όπως κι εκείνα τα δύο φοβερά αγγλόφωνα τραγούδια του Μιχάλη Καρρά, το “Day after day” και το “Tell me”, ποτέ ο Σιδηρόπουλος δεν αξιώθηκε ενός ήχου, που να τον ανεβάζει σαν τραγουδοποιό. Και οι τέσσερις μεγάλοι δίσκοι, που έκανε εν ζωή, δε στέκονται σήμερα ως παραγωγές, γεγονός που επιβεβαιώνει και αυτό το περί «ατυχίας» ή «αδικίας», που ανέφερα πιο πάνω. Anyway… Τώρα είναι αργά για όλα. Ό,τι κακό ήταν να γίνει έγινε... και πλέον δεν αλλάζει τίποτα.
Το live στο AΝ θα ενθουσιάσει τους φίλους του Παύλου Σιδηρόπουλου – έτσι νομίζω. Είναι πολύ καλύτερο από τα διάφορα σκύβαλα, που έχουν δει κατά καιρούς το φως της δισκογραφίας, ενώ περιέχει και τις καλύτερες, funky χοντρικώς, εκτελέσεις των πιο καινούριων (για τότε) κομματιών του, ίσως δε και μερικών παλαιότερων αν… 
Φαντάζομαι π.χ. το «Μου ’πες θα φύγω» με τέλειο ήχο, αλλά έχω τέλος πάντων το «Πες μου αν θέλεις κάτι»…

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

JEANNE MOREAU (1928-2017) – H Ζαν Μορό στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1965

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Ζαν Μορό θα ερχόταν στην Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1965. Θα ήταν όμως η πρώτη, που θα ερχόταν για το γύρισμα μιας ταινίας, τον Ναύτη του Γιβραλτάρ του άγγλου σκηνοθέτη Τόνι Ρίτσαρντσον, με σενάριο δανεισμένο από τη νουβέλα τής Μαργκερίτ Ντυράς με τον ίδιο τίτλο.
Ζαν Μορό-Γιώργος Ζαμπέτας, φθινόπωρο '65
Όπως είχε γράψει και η εφημερίδα Ελευθερία, στο φύλλο της 22ας Οκτωβρίου 1965:
«Ο Όρσον Ουέλλες και η Ζαν Μορώ αναμένονται στην Αθήνα. Είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας Ο Ναύτης του Γιβραλτάρ του Τόνι Ρίτσαρντσον, που σκηνές της θα γυριστούν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Υπολογίζεται ότι το γύρισμα αυτών των σκηνών θα διαρκέσει 20 μέρες. Την Ζαν Μορώ και τον Όρσον Ουέλλες θα συνοδεύουν οι ξένοι ηθοποιοί Ίαν Μπάνεν, Φάουστο Τότσι, και Μάσσιμο Σερκιέλι. Θα έρθει επίσης και ο διευθυντής φωτογραφίας του συνεργείου Ραούλ Κουτάρ. Στην ταινία θα παίξει και ο νέος έλλην ηθοποιός Θ. Ρουμπάνης.
Η Ζαν Μορώ έχει ξαναέλθει πριν από τρία χρόνια στην Ελλάδα, με την συνοδεία του διευθυντού του μεγάλου παρισινού οίκου ραπτικής Πιέρ Καρντέν. Είχε τότε πραγματοποιήσει μεγάλη κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά, όπου η παρουσία της μαζί με τον Πιέρ Καρντέν είχε απασχολήσει τις στήλες του διεθνούς Τύπου. Ο Όρσον Ουέλλες έρχεται στην Ελλάδα για πρώτη φορά».
Τα γυρίσματα της ταινίας τού Τόνι Ρίτσαρντσον ήταν περιπετειώδη, αφού κάποια στιγμή η Ζαν Μορό αρρώστησε, ενώ χαρακτηρίστηκαν και από τις διάφορες ερωτικές ιστορίες που συνέβησαν ή εξελίχθηκαν κατά τη διάρκειά τους.
Αυτά τα «σκάνδαλα» δεν περνούσαν ούτε τότε απαρατήρητα από τον Τύπο και για να φτάσει, μάλιστα, να τα σχολιάσει ακόμη και ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος στην κριτική του για την ταινία (5 Απριλίου 1967), και πάλι στην Ελευθερία, φανταστείτε τι έκταση είχαν πάρει…

Η συνέχεια εδώ…

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 38

30/7/2017
Υπάρχουν κάτι περισπούδαστοι δήθεν-τάχα, που όταν τους ρωτάς τι μουσική ακούνε σού λένε αυτάρεσκα «κλασική». Γνώρισα χθες σ’ ένα μαγαζί ένα τέτοιο άτομο (μεγαλύτερός μου) και πιάσαμε λίγο την κουβέντα. Αφορμή κάτι βλακώδη ελληνικά ποπ, που έπαιζε η τηλεόραση (την οποία είχε ανοιχτή ο μαγαζάτορας σαν «παρέα»). Εντάξει, ο άνθρωπος (όχι ο μαγαζάτορας) δεν είχε καμμία επαφή με τη λαϊκή μουσική. Την κάθε είδους λαϊκή μουσική εννοώ.
Την τζαζ τη θεωρούσε κακόφωνη, το ροκ φτηνό, τα ελληνικά λαϊκά… αχαρακτήριστα και ακόμη, όταν άρχισα να του λέω κάτι περί Ξενάκη, Στοκχάουζεν κ.λπ., απλώς ξίνισε τα μούτρα του. Παρά ταύτα βρήκαμε ένα σημείο επαφής…
Με ρώτησε αν πήγαινα στο Μέγαρο, στις καλές εποχές του, του είπα «μόνο απ’ έξω», μου είπε πως ο Μάλερ είναι ο αγαπημένος του συνθέτης και με ρώτησε αν τον ξέρω και αν έχω ακούσει κάτι δικό του. Φυσικά, του είπα, έχω ακούσει Μάλερ και πως έχω, μάλιστα, το σάουντρακ από το «Θάνατο στη Βενετία» του Βισκόντι. Τον ρώτησα, αν έχει δει την ταινία, μου είπε «ναι» και πως του άρεσε πολύ. Τον ρώτησα ακόμη αν θυμάται το τέλος της, μου είπε «μέσες-άκρες ναι», και πριν χωρίσουμε του είπα πως είναι προτιμότερο να... πεθαίνεις ως αγαπών, παρά ως αγαπημένος.
Έφυγα και νομίζω πως τον άφησα να το σκέφτεται…

29/7/2017
Ελληνικό μουσικό περιοδικό για την country; Και όμως κάτι πήγε να γίνει εκεί προς το 1999, αλλά η προσπάθεια γρήγορα έμεινε από καύσιμα. Αυτό ήταν μάλλον το πρώτο τεύχος με τον θρύλο Keith Whitley στο εξώφυλλο.
Ο Whitley πέθανε από το ποτό στα 34 του, το 1989, και στο Νότο (των ΗΠΑ) τον έχουν κάπως σαν τον Jim Morrison, τον Hendrix κ.λπ. Στην Ελλάδα, φυσικά, τον ξέρουν… τρεις κι ο κούκος, όπως, εξάλλου, συμβαίνει και με τους περισσότερους καντρίστες.

28/7/2017
Η Karin Krog είναι η πιο μεγάλη τζαζ τραγουδίστρια, που βγήκε ποτέ από την Ευρώπη. Είναι κι άλλες, αλλά αυτή έχει απίστευτη δισκογραφία με μεγάλους τζάζμεν (Dexter Gordon, Archie Shepp, Warne Marsh κ.ά.) και φοβερά προσωπικά άλμπουμ.
Ακούστε εδώ, όσοι δεν το ξέρετε, για να σας φύγει το σκαλπ…

28/7/2017
Κορυφαίο σουηδικό γκρουπ. Το δεύτερο άλμπουμ τους είχε βγει μόνο στην Αμερική το 1969. Ελάχιστες ψυχεδελικές μπάντες (πέρα από Αμερική και Αγγλία) σέβομαι όσο τούτους...

27/7/2017
ΦΕΡΤΕ ΤΑ… ΠΑΡΤΕ ΤΑ…
Ρέμος-Ραμαζότι απόψε στο Νάμος στη Μύκονο, με 1000 ευρώ το κεφάλι για μπροστά-μπροστά, μόνο με παρέα 10 ατόμων (προσοχή: άμα μαζευτείτε πέντε θα πληρώσετε από 2 χιλιάρικα το κεφάλι!). Για τους φτηνιάρηδες… πισινούς έχει και καλύτερες τιμές, αλλά κάτω από 3 κατοστάρικα το κεφάλι δεν πέφτει. Μαζί και τα ξύδια… Φαΐ δε βλέπω… Φάτε απ’ το σπίτι…

27/7/2017
Η Καθημερινή ονειρεύεται ημέρες Ιουλίου ’64 από την ανάποδη –αλλά δεν της βγαίνει– όταν δεξιοί, ακροδεξιοί και παρακρατικοί (που είχαν αντιμετωπιστεί ως τεντυμπόυδες!) είχαν εισβάλει στη Βουλή (στο προαύλιο και στο κτήριο) φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του Γέρου και υπέρ του Καραμανλή (που τότε ήταν στο Παρίσι), πλακώνοντας συγχρόνως στο ξύλο βουλευτές του Κέντρου.

26/7/2107
ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΑΤΙΡΗΔΕΣ...
Κάποιοι αηδίασαν τις προάλλες από την επίσκεψη του ζεύγους Ρουβά στον πρόεδρο της δημοκρατίας. Πάντα, όμως, υπάρχουν και χειρότερα 
>>U2's Bono Meets French President Macron & First Lady to Discuss Poverty<<

26/1/2017
Οι ανακοινώσεις της ΝΔ για οτιδήποτε… για το Ρουβίκωνα, για την έξοδο στις αγορές, για τη δικαιοσύνη, για ό,τι να ’ναι, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο γελοίων κειμένων, που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Για τον πολύ απλό λόγο πως περνιούνται για «σοβαρά», από ’κείνους που τα συντάσσουν.

26/1/2017
Παλιά τις ψευτοειδήσεις, τα fake news όπως τα λένε, τα άκουγες μόνο την Πρωταπριλιά, ή σε τίποτα επιθεωρήσεις. Τώρα τα διαβάζεις παντού. Το ότι κάποιοι βγάζουν λεφτά, στο δίκτυο, επιχειρώντας να κοροϊδέψουν όσους περισσότερους μπορούν είναι πιο ανέντιμο και επικίνδυνο και από το «νερό του Καματερού».
Λουκέτα μόνο.

25/7/2017 
Αυτή η ιστορία με τα… κουλούρια και τα βατράχια έχει ξεφύγει πλέον. Ό,τι μαλακία περάσει από το μυαλό τού καθενός τη γράφει, χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη, καλυπτόμενος, δήθεν-τάχα, πίσω από το… κάνω πλάκα.
Δεν υπάρχει πλάκα, όταν διασπείρεις ψέματα, οδηγώντας αφελείς ή και… κουτοπόνηρους να τα πιστέψουν. Υπάρχει δόλος, πίσω από τον οποίο κρύβονται «προσωπικά» οφέλη, απαξίωση ΜΜΕ, χλεύη προς δημοσιογράφους κ.λπ.
Εγώ δε χαίρομαι, επειδή αναμετέδωσαν τις αηδίες του «επιδόματος για τα σφραγίσματα» η Athens Voice, η iefimerida, ο ΣΚΑΪ και άλλα διάφορα φιλελέδικα σάιτ ή κανάλια. Και δε χαίρομαι, επειδή κάποια άλλη στιγμή μπορεί να την πατήσουν και άλλα Μέσα, που δεν είναι φιλελέδικα και στέκονται πιο κοντά στις δικές μου απόψεις.
 Δεν ξέρω πώς μπορεί να εκλείψει από το ίντερνετ αυτή η ιστορία, που βεβαίως έχει έρθει απ’ έξω. Δύσκολο… 
Προσωπικά, φτύνω τέτοια "χιουμοριστικά" σάιτ απ’ όπου κι αν προέρχονται.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΥΤΗΡΗΣ έγκατα

Δεν ξέρω αν είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα ο ντράμερ Στέφανος Χυτήρης. Ο Χυτήρης (γιος της Μαρίας Φαραντούρη και του Τηλέμαχου Χυτήρη) κινείται, βασικά στην Αμερική και από ’κει προέρχεται και η πιο πρόσφατη δουλειά του, ένα διπλό βινύλιο υπό τον τίτλοEgata(2016), ηχογραφημένο στο στούντιο Oktaven Audio της Νέας Υόρκης (για το label sina17records). Η τζαζ του Χυτήρη και του σχήματος που τον συνοδεύει ανήκει στο free-improv στυλ κι έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον.
Συνοδοιπόροι του Χυτήρη σ’ αυτή την εγγραφή είναι οι Ingrid Laubrock σαξόφωνα (γερμανίδα σαξοφωνίστρια με δυνατή πορεία σε ετικέτες όπως οι Candid, Intakt, Emanem, Clean Feed κ.λπ.), Joe Moffett τρομπέτα (και αυτός αναγνωρισμένος Αμερικανός με συμμετοχές σε σχήματα και προσωπική δισκογραφία), Rema Hasumi πιάνο (ιαπωνίδα πιανίστα/βοκαλίστα, που ανεβαίνει τα τελευταία χρόνια), Todd Neufeld κιθάρα (κι αυτός αυτοσχεδιαστής από τη Νέα Υόρκη, που έχει παίξει ηχογραφήσει με Lee Konitz, Gerald Cleaver, Samuel Blaser, Aaron Parks, Christian Wolff κ.ά.), Lester St. Louis τσέλο και Pascal Niggenkemper μπάσο (επίσης με δισκογραφία και συμμετοχή σε πολλούς σχηματισμούς). Όλοι αυτοί, μαζί με τον Στέφανο Χυτήρη ντραμς, παρουσιάζουν τα δώδεκα κομμάτια “Styx I-XII”, χαραγμένα στις τέσσερις πλευρές των βινυλίων (τρία ανά πλευρά).
Όπως είπαμε και πιο πάνω η jazz του Χυτήρη ανήκει στο free-improv ιδίωμα – αν και είναι με μέτρο εικονοκλαστική. Εννοώ πως παρότι χωράει πολύ αυτοσχεδιασμός εδώ, το αποτέλεσμα είναι κάπως οριοθετημένο και σφόδρα υπαινικτικό. Όλα τα όργανα μοιάζει να παίζουν «κολλημένα» σε συγκεκριμένες περιοχές, κοντά σ’ αυτή του… γρυλίσματος και των σύντομων διακεκομμένων φράσεων, με μικρές και συντονισμένες εξάρσεις, δίχως, πάντα, και πάντως, να αποβλέπουν σε κάποια δημοφιλή πρακτική.
Χωρίς η μουσική του Χυτήρη και των συνεργατών του να έχει την… κατολισθητική και θορυβώδη εξέλιξη τού κλασικού seventies free-improv (της FMP π.χ.) δρα μ’ έναν άλλο υποδόριο και υπαινικτικό τρόπο ούσα το ίδιο σοβαρή.

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

BRIAN LANDRUS ORCHESTRA γενιές

Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει για τα περισσότερα από τα άλμπουμ τού Brian Landrus, ξεκινώντας από το πρώτο του, το “Forward” [Cadence Jazz, 2009], και φθάνοντας μέχρι το… προτελευταίο του, το The Deep Below” [BlueLand] πρόπερσι. (Χτυπάει όποιος ενδιαφέρεται τις σχετικές keywords στο google και βρίσκει τα ανάλογα κείμενα). Τώρα, ένα καινούριο CD έρχεται να προστεθεί στη δισκογραφία τού σημαντικότατου αυτού σύγχρονου (ας τον πούμε έτσι) σαξοφωνίστα-κλαρινίστα (βαρύτονο, μπάσο κλαρίνο), ένα CD, που… και χοντρικώς και ειδικώς διαφέρει απ’ ό,τι προηγούμενο.
Το Generations [BlueLand Records, 2017] είναι κατ’ αρχάς ένα άλμπουμ για μεγάλη ορχήστρα – την Brian Landrus Orchestra, η οποία αριθμεί πάνω από 20 μέλη (φυσικά μέλος της είναι και ο ίδιος ο Landrus, ενώ διευθυντής της είναι ο JC Sanford). Η ορχήστρα αποδίδει συνθέσεις του Landrus, ο οποίος, εκτός από το να συμμετέχει σ’ αυτήν, έχει επιμεληθεί και τις ενορχηστρώσεις. “Generations” γιατί; Κατ’ αρχάς, επειδή υπάρχουν επιρροές από διαφορετικές γενιές μουσικών-παραγωγών, τους οποίους σέβεται και υπολήπτεται ο Landrus. Στις επιρροές αυτές μπορεί εύκολα να διακρίνει κάποιος τον Duke Ellington και λιγότερο ίσως τον Berry Gordy της Motown, τον Gerry Mulligan φυσικά και λιγότερο τους Pink Floyd κ.ο.κ. Υπάρχει λοιπόν ένα σύμπλεγμα αναφορών, φανερών και λιγότερο φανερών, που δίνουν ταυτότητα στο ακρόαμα. “Generations” επειδή –όπως ο ίδιος ο Landrus εξηγεί– υπάρχουν κομμάτια αφιερωμένα ή εμπνευσμένα από διαφορετικά μέλη της οικογένειάς του (φερ’ ειπείν το “The warrior” είναι αφιερωμένο στον πατέρα του, ενώ το “Ruby” είναι γραμμένο για την κόρη του). Τέλος “Generations”, καθότι εδώ ακούγονται διαφορετικές γενιές μουσικών, από τον 77χρονο ντράμερ Billy Hart και τον 61χρονο κοντραμπασίστα Jay Anderson, μέχρι τον 38χρονο Landrus ή και ακόμη μικρότερους.
Πώς «κάθονται» όλα αυτά; Τέλεια, θα λέγαμε.
Το “Jeru Concerto” με τα τέσσερα movements και το ένα ιντερλούδιο, παίρνει ονομασία από τον πνευματικό πατέρα του Brian Landrus, τον θρύλο Gerry Mulligan. Πρόκειται για την πιο κλασικότροπη σύνθεση τού άλμπουμ, με αναφορές άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο σαφείς όχι μόνο στον Duke, μα ακόμη και στον Στραβίνσκι. Ρυθμικά, επίσης, υπάρχει μεγάλη ελευθερία, καθώς στο τέταρτο movement μπορεί ν’ ανιχνευτούν ακόμη και ελαφρές funky δομές, ενώ και μελωδικά η σύνθεση στέκει πολύ ψηλά, με το βαρύτονο (του Landrus) να… μάχεται συνεχώς. Το 3λεπτο “Orchids” είναι καταπληκτικό και σαν σύνθεση βγάζει μια πνευματικότητα (που δεν οφείλεται μόνο στην άρπα της Brandee Younger και στα vibes του Joe Locke). Η 9λεπτη “The warrior” είναι μια λυρική σύνθεση, με τα βασικά σολιστικά όργανα, το βιμπράφωνο, το βιολί, την τρομπέτα και το βαρύτονο σαξόφωνο να εκτελούν άψογα το πρόγραμμά τους, με το 3λεπτο “Arrow in the night” να επενδύει επίσης στη βαθιά μελωδία. Το “Arise” έχει «ντανσικές» αναφορές. Έτσι, πάνω σ’ ένα άριστα διαμορφωμένο groove πατάει σύσσωμη η ορχήστρα σουινγκάροντας με τρέλα. Το “Human nature” το προδίδει, ίσως, και ο τίτλος του. Τα φλάουτα έχουν, εδώ, πρωτεύοντα ρόλο, με τα strings να δημιουργούν το απαραίτητο «χαλί», προκειμένου να αναπτυχθεί αυτή η ελαφρώς exotica σύνθεση. Το “Ruby” θα έλεγα πως ξεχωρίζει για την ενορχήστρωσή του, με το έσχατο 9λεπτο “Every time I dream” να σε κερδίζει λόγω μελωδίας και ρυθμικής ακολουθίας. Ωραίο κομμάτι.
Δεν ξέρω αν το “Generations” είναι το καλύτερο έως σήμερα άλμπουμ του Brian Landrus, σίγουρα είναι όμως, ένα ακόμη καίριο ψηφιδωτό στη δισκογραφία ενός μουσικού, που κοιτάει... μπροστά και πίσω με την ίδια πάντα αγωνία και το ίδιο πάθος.
Επαφή: www.brianlandrus.com