Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

DIRTY FUSE επιτέλους το “Last Wave” σε δίσκο

Μετά από δύο χρόνια περιπετειών και αναμονής τυπώθηκε, τελικώς, σε βινύλιο, το πρώτο πραγματικό (12ιντσο) LP των Dirty Fuse – γράφω για το «πρώτο πραγματικό», επειδή μέχρι τώρα το πολύ καλό αυτό αθηναϊκό γκρουπ είχε κυκλοφορήσει μόνο 7ιντσα, CD ή 10ιντσα. Τώρα, δηλαδή, έχουμε ένα καθαρό-καθαρό (clear vinyl) long play, τυπωμένο σε 300 αντίτυπα από το καινούριο label Ikaros Records.
Δεν χρειάζεται να πω σε τι συνίστανται εκείνα τα «περιπέτεια» και «αναμονή» – τι πήγε στραβά, εννοώ, με αποτέλεσμα αυτή τη δίχρονη καθυστέρηση. Σημασία, τώρα, έχει αυτή-ταύτη η έξοχη κυκλοφορία ενός συγκροτήματος, που διακρίνεται στη surf σκηνή, τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, τα τελευταία χρόνια. Μπορεί, βεβαίως, σήμερα, Dirty Fuse να μην είναι οι Dirty Fuse τού Last Wave, αφού έχει αλλάξει πια η σύνθεση της μπάντας, όμως ούτε αυτό είναι το θέμα μας. Το θέμα μας είναι αυτά τα 15 tracks τού «τελευταίου κύματος», που εμφανίζουν, άλλα έτσι κι άλλα αλλιώς, εκείνη τη γνωστή από τα early sixties ινστρουμένταλ surf αίσθηση. Και όχι μόνον αίσθηση, αλλά και διάθεση και περαιτέρω ουσία και αποτελεσματικότητα, και αληθινή απόλαυση.
Με τον Βραζιλιάνο Duda Victor ακόμη στην line-up τους σε κιθάρες και τζουρά, και ακόμη τους Κώστα Μπάκουλα κι άλλη κιθάρα, Μανώλη Κισαμιτάκη σαξόφωνα, John Drake μπάσο και Χρήστο Κόγιο ντραμς, οι Dirty Fuse καταγράφονται στο “Last Wave” σε διαβολεμένη φόρμα, δίνοντας έναν ακατέργαστο surf αδάμαντα. Λέω «ακατέργαστο» επειδή οι συνθέσεις και ο ήχος των παιδιών δεν κάνει παραχωρήσεις σε μεσοβέζικες καταστάσεις. Να ανακατεύει δηλαδή το surf με άλλα άσχετα rock genres. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια πιστότητα στις συνθέσεις, με παραταγμένα όλα τα τυπικά καλούδια και με τους οριενταλισμούς, περαιτέρω, να δίνουν και να παίρνουν – καθότι εμείς το surf έτσι ξέρουμε να το παίζουμε… μισιρλούδικα. Και αυτό το γνωρίζει, πρώτα και καλύτερα, ο Jim Skiathitis των θρύλων Αυστραλών Atlantics, ο οποίος χαρίζει στους έλληνες φίλους του δύο θανατηφόρα tracks, ένα για το άνοιγμα κάθε πλευράς – το “Islands in the surf” στη Side A και το “Stranger on Mykonos” στη Side B. Πανέμορφες μελωδίες, «χιώτικα» (εκ του Χιώτη) παιξίματα, με έξοχα breaks σε σαξόφωνα και κιθάρες και με την αίσθηση του κύματος πανταχού παρούσα, τα κομμάτια αυτά είναι τόσο φοβερά, που θα διέπρεπαν ακόμη και στα sixties (αν έμπαιναν, δηλαδή, στο ρεπερτόριο των Atlantics). Φυσικά και ο τζουράς του Duda τα σπάει (στη… Μύκονο), δεν υπάρχει θέμα, είναι όμως συνολικά τα tracks που δείχνουν το πόσο αληθινά μετράνε. Και δεν είναι τα μόνα… αφού κάθε κομμάτι του “Last Wave” (εμένα με συναρπάζει και ο… αυστραλέζικος τίτλος, που με παραπέμπει στη φερώνυμη ταινία-αριστούργημα του Peter Weir) έχει νόημα και λόγο ύπαρξης.
Από την Side A φερ’ ειπείν δεν μπορεί να μην σταθείς στην ευφράδεια και τις αλλαγές στο τέμπο τού “Teenage cactus twist”, στην περιπετειώδη και φουριόζα “Oasi” με την άριστη διπλοπενιά, στην «ανοιχτή» μπασο-εισαγωγή τού “Monsoon diva” (κομμάτι που ασυστόλως «γκαραζ-ίζει»), με τα σαξόφωνα να προσφέρουν αυτή την… βορειοδυτική frat αίσθηση, και ακόμη στην «Καταιγίδα», που μοιάζει, στιγμές-στιγμές, περισσότερο… ’67 (AtlanticsCome on” και τα λοιπά).
Αλλά και από την Side B πώς να μη μείνεις ικανοποιημένος από την “Potiguara” μ’ εκείνο το κλασικό «κυματιστό» reverb να σε… βουλιάζει και αμέσως μετά να σε ξαναβγάζει στον αφρό, τον «Άτλαντα» που σπάει ανάμεσα σε Ευρωασία και Αφρική (γαμιστερό κομμάτι), την ντελικάτη μελωδία του “Surfness”, τη ρεμπέτικη ψυχή του «Δόκτορα» και την… πιο ρεμπέτικη του “The new victor” (διασκευή στο περίφημο “The victor” του Dick Dale).
Το αργό κλείσιμο τού άλμπουμ με το “Dark sands” και το τουμπελέκι τού Nour Hanouf μοιάζει κάπως… σαν οι Dirty Fuse να μας κλείνουν το μάτι. Μάγκες το ξέρουμε, περάσατε πολύ καλά, αλλά την επόμενη φορά θα περάσετε ακόμη καλύτερα…
Επαφή: www.dirtyfuse.com
  

OPALUNA jazz και λατινικά

Ντουέτο είναι οι Opaluna, αποτελούμενοι από την κολομβιανή τραγουδίστρια Susana Pineda και τον αμερικανό κιθαρίστα Luis Salcedo. ΤοOpaluna [Ridgeway Records, 2016] είναι μάλλον το ντεμπούτο τους, ένα άλμπουμ που επιχειρεί, σε γενικές γραμμές, να συνδέσει την jazz με τις ποικίλες παν-λατινικές μουσικές. Ο διακεκριμένος μπασίστας και παραγωγός Jeff Denson, που έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, βοηθάει σε μπάσο, κρουστά και φωνητικά (σε ορισμένα tracks), καθώς σε άλλα δύο κομμάτια ακούγονται και έξτρα κρουστά από τον John Santos.
Οι Opaluna έχουν στυλ, ύφος και ήχο και αυτό δεν κρύβεται. Μάλιστα, και σε συνδυασμό με το γεγονός πως τα περισσότερα tracks του CD είναι δικά τους (από τις δέκα συνθέσεις που ακούγονται εδώ μόλις οι τρεις είναι versions), οδηγούμαστε να συμπεράνουμε πως οι δύο μουσικοί το έχουν ψάξει πολύ το θέμα, δημιουργώντας ένα κιθαριστικό-φωνητικό σχήμα πολύ υψηλών προδιαγραφών, ή, αν θέλετε, ένα σχήμα όπως εκείνα που συναντάμε συχνά στη βραζιλιάνικη σκηνή. Οι ρυθμοί, οι μελωδίες, οι αρμονίες, οι φωνές, οι ενορχηστρώσεις και βεβαίως η συνολική παραγωγή δημιουργούν ένα πολυσήμαντο patchwork, μια ηχητική ταπετσαρία δηλαδή με γερές δόσεις jazz-funk, folk και modern jazz και φυσικά samba, afro-caribbean και κολομβιάνικου joropo, ικανής ώρες-ώρες να συναρπάσει.
Από τα κομμάτια που ξεχωρίζω είναι το funky “Instinto Ornitológico” (με φωνές, κιθάρες και ακόμη το μπάσο του Jeff Denson να ίπτανται), το περισσότερο jazz-folk/ folk-rockDos gardenias”, τη διασκευή στο “Mahjong” του Wayne Shorter, που διατηρεί ένα περισσότερο δυτικο-αφρικανικό world feeling στο παίξιμο της ηλεκτρικής κιθάρας, το κολομβιάνικο “Baile de Opuestos (Inchworm)” και ακόμη το έσχατο “Once were gone”, που εμφανίζει ένα απέριττο folk/jazz αίσθημα.
Ένα άλμπουμ όχι αναγκαστικώς χαμηλού δυναμικού είναι το “Opaluna”, φτιαγμένο με τόλμη και φαντασία από ένα πολύ ψαγμένο ντούο.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

QUINSIN NACHOFF πέραν της jazz… με νόημα

Ιδιαίτερο άλμπουμ (το “Flux”) και ακόμη πιο ιδιαίτερη μπάντα εκείνη που συνοδεύει τον τενόρο σαξοφωνίστα Quinsin Nachoff· ας την δούμε πιο αναλυτικά.
Στο άλτο λοιπόν είναι ο David Binney, ένας πολύ γνωστός σαξοφωνίστας που ηχογραφεί από τα nineties στην εταιρεία Mythology (δικό της και το “Flux”, που εξετάζουμε εδώ), σε πιάνο, fender rhodes, wurlitzer, moog και όργανο είναι ο Matt Mitchell, σε ντραμς και σε διάφορα άλλα κρουστά είναι ο επίσης γνωστός μας Kenny Wollesen, που έχει παίξει με δεκάδες, αλλά κυρίως με τον John Zorn, ενώ ως guest στη θερεμίνη είναι η Christine Duncan. Όλοι αυτοί συνασπίζονται για να αποδώσουν έξι συνθέσεις του Quinsin Nachoff, μέσης και μεγάλης διάρκειας, που κινούνται στο χώρο της κάπως… chamber jazz – εκείνης, τέλος πάντων, που διατηρεί κάποια «τριτορευματικά» στοιχεία, μαζί με πληθώρα οργανωμένων αυτοσχεδιασμών και κομψές αναφορές στις μουσικές του κόσμου.
Κομμάτι-χάρτης για την μπάντα του Quinsin Nachoff αποτελεί το 10λεπτο “Complimentary opposites”, μια σύνθεση ικανή από μόνη της να σε ταρακουνήσει, καθώς συνδυάζει επιστημονική ανάπτυξη, με συνεχείς μελωδικές περικοκλάδες (στα σαξόφωνα) και με ηχοχρωματισμούς, που μπορεί να ξεκινούν από την ethio-jazz και την reggae, για να καταλήγουν στους οριενταλισμούς. Πραγματικά, απίθανο track. Αλλά το ίδιο θα μπορούσα να πω και για το διμερές “Minds ear” (σπάει σε δύο κομμάτια, των εννέα και πεντέμισι λεπτών), που πέραν της αρμονικής περιπέτειάς του και των «αταίριαστων» τονικών εναλλαγών, έχει και κάτι keyboard breaks μούρλια (ιδίως το μέρος ΙΙ είναι έξοχο). Μνεία, επίσης και στο προτελευταίο “Astral echo poem”, που αποτελεί αναγραμματισμό του ονόματος του Hermeto Pascoal όπως διάβασα (δεν το τσέκαρα με προσοχή) και που δείχνει τις πολλές και διαφορετικές επιρροές μιας μπάντας, της μπάντας του  Quinsin Nachoff, που κλείνει αυτό το first class σετ μ’ ένα πυρωμένο jazz-rock… χωρίς πενιές, αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά του ορμητικού beat παρόντα.
Επαφή: www.quinsin.com

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

BRUCE LEE η πολεμική τέχνη του θρυλικού πρωταγωνιστή, έτσι όπως αποτυπώθηκε στις καλύτερες ταινίες του

Ο Bruce Lee είναι ένα θρυλικό όνομα, ένα μυθικό όνομα. Ελάχιστοι «ήρωες» και «ηρωίδες» του λαϊκού κινηματογράφου, όπως και του ποπ/ροκ τραγουδιού, που είχαν τον τρόπο και τη δύναμη να ταρακουνούν τα πλήθη, θα μπορούσε να συγκριθούν μαζί του.
Δεν είναι θέμα ενός καθαρά οικονομικού brand name (που ακόμη κι έτσι αν το δεις, δύσκολα θα βρισκόταν κάποιο άλλο ικανό να σταθεί στο ίδιο ύψος, κι ας αφορούσε στον James Dean, την Marilyn Monroe, τον Jim Morrison, τον Hendrix ή την Joplin), είναι κυρίως η ταύτιση, η έκσταση και η λύτρωση που προσέφεραν οι ταινίες του στα παιδιά των seventies και πέραν αυτών –οι λιγοστές «καράτε», που γύρισε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1973, εννοώ– και βεβαίως η ίδια η προσωπικότητά του, έτσι όπως εκείνη ξεχείλιζε από το φιλμ και κατακυρίευε το πανί.
Φαντάζομαι, δε, πως κάτι από την αλήθεια του, κάτι από την αλήθεια των ταινιών τού Bruce Lee, θα πρέπει να κουβαλούν και πλείστα όσα σημερινά games, που είναι βασισμένα στην τέχνη και τον χαρακτήρα του και που εξακολουθούν να συναρπάζουν, μ’ έναν μοναχικό πια τρόπο, τα παιδιά της εποχής μας.
Γιατί, αυτή είναι μια διαφορά που αξίζει να επισημανθεί. Η ιεροτελεστία της παρακολούθησης στη δεκαετία του ’70 και νωρίς στα eighties –πριν τον ερχομό της βιντεοταινίας δηλαδή και της απόλαυσης οίκαδε –μιας ταινίας με τον Bruce Lee, μαζί με άλλους, σε μια γεμάτη αίθουσα. Συχνά, μετά από μια τσόντα (το γνωστό δίδυμο «τσόντα-καράτε») ή ένα καουμπόικο.
Η τσόντα ή το καουμπόικο μπορεί να ήταν βαρετά, φυσικά, αλλά μια ταινία με τον Bruce Lee δεν υπήρχε περίπτωση – και γι’ αυτό το λόγο έπεφτε, συνήθως, δεύτερη. Μια βαθιά σιωπή και μετά η απόλυτη έκρηξη…

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΖΑΡΙ ΔΙΣΚΩΝ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ

Το Σάββατο 24 και την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου το Mega Vinyl Market οργανώνει παζάρι δίσκων στην Τεχνόπολη. Εκεί θα βρίσκονται πάνω από 60 περίπτερα με δίσκους βινυλίου, στα οποία θα συμμετέχουν καταστήματα δίσκων της πόλης, δισκογραφικές εταιρείες, όπως και πολλοί ιδιώτες με πλούσιες συλλογές απ’ όλη τη γκάμα της μουσικής. Rock, soul, funk, jazz, psychedelic, blues, indie, alternative, britpop, heavy metal, avant garde, dance/ dj/ electronic και πολλά άλλα. Συγχρόνως, όλες αυτές οι μουσικές θα παίζονται σε sets, που θα λάβουν χώρα στο Mega Vinyl Market, από παλιούς και νέους DJ.
Επίσης, οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα ν’ ακούσουν, κατά τη διάρκεια του παζαριού, σε πρώτη παρουσίαση, το δεύτερο άλμπουμ των Dreamline (ex-South of No North κ.λπ.), καθώς και συνέντευξη του George K. (μέλος του γκρουπ).
Έχω επισκεφτεί τα περισσότερα παζάρια δίσκων, που γίνονται στην Ελλάδα από το 1993 (West). Καλύτερος χώρος από την Τεχνόπολη δεν υπάρχει. Ευκολία πρόσβασης, άνεση, ωραίο γενικότερο και φιλικότερο περιβάλλον. Άμα στο παζάρι υπάρχουν και καλές τιμές (που θα υπάρχουν – γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι) και βεβαίως «ευκαιρίες» (γιατί εκεί συμπυκνώνεται το νόημα ενός παζαριού – να βρεις κάτι περίεργο δηλαδή, σε τιμή που να μην έχει σχέση με discogs και τα λοιπά) τότε όλα θα είναι τέλεια.

Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι
Ωράριο λειτουργίας: Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου: 11:00 – 22:00, Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου: 11:00 – 22:00 
Είσοδος ελεύθερη

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν η χούντα… βασάνιζε τους κρατούμενους στο ΕΑΤ-ΕΣΑ με τον «Στέφανο» του Δήμου Μούτση

Τον τελευταίο καιρό, τα τελευταία χρόνια, γράφονται φοβερά πράγματα σε σχέση με τη μουσική στην Ελλάδα. Και δεν μιλάω για τα απλά δημοσιογραφικά κείμενα, μιλάω για τα… χοντρά χαρτιά, για τις λεγόμενες «έρευνες».
Όλα αυτά τα πρότζεκτ, ας τα πούμε κι έτσι, έχουν ενδυθεί τον χαρακτήρα της «μελέτης» και καθώς καθοδηγούνται από διάφορα ελληνικά πανεπιστήμια ή χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κεφάλαια (ή και τα δύο ταυτοχρόνως καμμιά φορά) αποκτούν έναν «αέρα», ένα εκδοτικό τουπέ, εμφανιζόμενα στο χώρο κάπως σαν θέσφατα, σαν τις… δέκα εντολές. Σ’ ένα στυλ, να πούμε, πως… όταν μιλάμε εμείς οι επιστήμονες (σ.σ. βάλτε-βγάλτε-βάλτε εισαγωγικά) όλοι εσείς οι υπόλοιποι οφείλετε να το βουλώνετε.
Το έδαφος εν τω μεταξύ, για να βλαστήσουν όλα αυτά τα «συγγράμματα», το καλλιεργούν, όπως όλοι ξέρουμε, και διάφοροι ανόητοι και απερίσκεπτοι μουσικογραφιάδες (ή απλώς γραφιάδες) στις φυλλάδες και το δίκτυο, που, όντας περισσότερο άσχετοι από εκείνους που θαυμάζουν, από εκείνους που γράφουν ή καλύτερα φαντασιώνονται τις… ιστορίες της ζωής τους, μένουν έκθαμβοι (τρομάρα τους!), αδυνατώντας να αρθρώσουν ακόμη και τον πιο τυπικό κριτικό λόγο. Αποδέχονται οτιδήποτε τους ξεφουρνίσουν. Το είπε… πανεπιστημιακός; Το ανακάτεψε με λίγο… Φουκώ και λίγο Μποντριγιάρ; Πάει και τελείωσε… έτσι είναι.

Εσχάτως στις γενικώς ενδιαφέρουσες 34 Ασκήσεις Ελευθερίας, γνωστές και ως πρόγραμμα Δημόσιων Δράσεων της documenta 14, που εξελίσσονται αυτή την εποχή (και έως 24/9) στο Πάρκο Ελευθερίας, αναπτύχθηκε δράση, όπως με πληροφόρησε καλός μουσικός και αναγνώστης του δισκορυχείου, με τον εξής τίτλο: Ηχοτοπία των κρατητηρίων: μουσική και βασανιστήρια κατά τη χούντα (1967–1974) υπό Άννας Παπαέτη – η οποία κ. Παπαέτη είναι, όπως διαβάζουμε, «ανεξάρτητη ερευνήτρια και μουσικολόγος».
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να παραβρεθώ στην ομιλία, στη δράση –δεν γνωρίζω τι ακριβώς ήταν αυτό το πράγμα–, πληροφορήθηκα όμως για κάποια στοιχεία από τον αγαπητό αναγνώστη, έχοντας επιπλέον στη διάθεσή μου κι ένα κείμενο που είχε δημοσιευτεί στην… έγκριτη Καθημερινή την 24/4/2016 και το οποίον είχε τίτλο Όταν σε βασανίζουν με τη… μουσική (συντάκτης: Σάκης Ιωαννίδης). Δεν χρειάζεται να σας πω πως έπεσα από τα σύννεφα και πως ακόμη πέφτω… και δεν νομίζω πως θα σταματήσω να πέφτω για πολλές ακόμη μέρες!
Μεταφέρω ένα πρώτο απόσπασμα:
«“Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν τον παιδικό μου φίλο, παρέα με τον ελέφαντα να μη μου δίνουν ξύλο. Κι αν θα με φάνε τ’ άγρια θηρία, θα με γράψουν και στην ιστορία, πως με φάγανε τα ζώα και όχι η μπόρα του αιώνα”. Αυτοί είναι μερικοί στίχοι από το γνωστό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου, ένα “σουξέ” του 1973, που ακόμη και σήμερα προκαλούν ανατριχίλα σε όσους υπέφεραν τα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια στο διαβόητο ΕΑΤ/ΕΣΑ κατά τη διάρκεια της επταετίας. Το συγκεκριμένο τραγούδι αναπαραγόταν συνέχεια (λούπα) μέσα στα κολαστήρια των Εσατζήδων, όχι μόνο για να καλύπτουν τις κραυγές τους όπως είναι γνωστό, αλλά ως μια από τις μεθόδους ψυχολογικού βασανισμού που μαζί με τη στέρηση ύπνου οδηγούσε τους κρατουμένους να “σπάσουν” ευκολότερα, όπως προκύπτει από την έρευνα της μουσικολόγου Αννας Παπαέτη, η οποία καταπιάνεται με ένα εν πολλοίς άγνωστο κεφάλαιο της επταετίας».
Συμπληρώνοντας να πω πως η κ. Παπαέτη υποστηρίζει ότι… ο «Ταρζάν» ήταν κοινή αναφορά σε όλα τα θύματα με τα οποία μίλησε για την έρευνά της!!
Δηλαδή, για να καταλάβουμε… Οι ΕΣΑτζήδες άκουγαν τον «Ταρζάν» όλη τη μέρα, βασανίζοντας τους κρατουμένους; Και πώς βασανίζονταν οι κρατούμενοι και όχι και οι ΕΣΑτζήδες μαζί – αφού κι αυτοί θα άκουγαν ολημερίς και ολονυχτίς το ίδιο τραγούδι; Εκτός αν είχαν δέσει με… βίδες τίποτα ακουστικά στα κεφάλια των κρατουμένων, ώστε ν’ ακούν τον «Ταρζάν» μόνον εκείνοι (οι κρατούμενοι εννοώ). Προς επίρρωση, δε, των όσων «κουφών» υποστηρίζει η κ. Παπαέτη σπεύδει ο κ. Μαυρογένης –συλληφθείς κι αυτός του 1973– ο οποίος δηλώνει: «όταν το ακούω το μυαλό μου πάει εκεί. Δεν μπορώ να το ξεχάσω».
Ο Διονύσης Μαυρογένης, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής Κατάληψης του Πολυτεχνείου, είναι εκείνος ο οποίος στο βιβλίο του Νταλούκα είχε πει το αμίμητο: «Το Πολυτεχνείο μορφή ροκ. Το ροκ δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά επανάσταση.(…) Το Πολυτεχνείο είναι η μεγαλύτερη εκδήλωση του ροκ στην Ελλάδα».
Τιμώ τους αγώνες των φοιτητών της εποχής (και του κ. Μαυρογένη – και όχι «Μαυρογέννη», όπως τον γράφει ο Νταλούκας), αλλά τούτο δεν σημαίνει πως σώνει και καλά οφείλω να συμφωνώ με κάθε τι που λένε σήμερα. Εν προκειμένω, και εν ολίγοις, η σύνδεση του Πολυτεχνείου το ’73 με το ροκ, είναι μία από τις μεγαλύτερες μπαρούφες που έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια (γιατί, παλιά, οι άνθρωποι δεν τα έλεγαν αυτά – ας πήγαινε π.χ. ο Μαυρογένης να έλεγε κάτι τέτοιο το 1974 ή το ’75 και θα τον έτρωγαν στο ΕΚΚΕ), καθώς το «Πολυτεχνείο», και ως γνωστόν εγώ θα πω, δεν εκφράστηκε σε καμμία φάση του με κανενός είδους ροκ τραγούδια. Εκτός, κι αν έπαιζε ροκ τραγούδια ο ραδιοφωνικός σταθμός του και δεν το γνωρίζουμε… ακόμη. Ας μας πληροφορήσουν οι πανεπιστημιακοί μας, όμως, και γι’ αυτό…

Ο Θέμης Ανδρεάδης σε μπουάτ της εποχής
Ο «Ταρζάν», κατ’ αρχάς, ήταν ένα καλυμμένο αντιχουντικό τραγούδι, του Γιάννη Μαρκόπουλου, που είχε κυκλοφορήσει σχεδόν ταυτοχρόνως, το 1973, σε δύο εκτελέσεις (στις 45 στροφές). Στην πρώτη, σε ετικέτα Columbia, το τραγουδούσαν οι Θέμης Ανδρεάδης & Λιλή Χριστοδούλου, ενώ στη δεύτερη, σε ετικέτα Polydor, το τραγουδούσε ο Γιάννης Ντουνιάς. Ο «Ταρζάν» υπήρξε μεγάλη επιτυχία εκείνη την εποχή και, το ξαναλέω, στη συνείδηση πολλών –όσων, τέλος πάντων, αντιλαμβάνονταν και πέντε πράγματα παραπάνω, και δεν ήταν λίγοι– έκρυβε αντικαθεστωτικό περιεχόμενο. Τούτο, εξάλλου, μας το υπενθυμίζει και ο ίδιος ο Θέμης Ανδρεάδης σε μια συνέντευξή του στο gossip-tv.gr (20/3/2013), που εντόπισα στο δίκτυο. Λέει ο Ανδρεάδης: «Σας θυμίζω ότι και η πρώτη παρουσία μου πριν από 40 περίπου χρόνια ήταν μέσα στην χούντα, με κρυμμένα τραγούδια τα οποία είχαν και κάτι παραπάνω. Θυμίζω ότι ξεκίνησα να τραγουδάω “θα πάω στην ζούγκλα με τον Ταρζάν”».
Πώς λοιπόν ένα αντιχουντικό, στην έστω και κρυμμένη βάση του, τραγούδι, το χρησιμοποιούσαν οι ΕΣΑτζήδες για να βασανίζουν τους αριστερούς; Δεν είναι αστείο αυτό; Δεν είναι παράλογο; Κι αν υποθέσουμε πως οι ΕΣΑτζήδες ήταν στόκοι και δεν καταλάβαιναν τα υπονοούμενα, οι πιο ψυλλιασμένοι αριστεροί γιατί να είχαν πρόβλημα με στίχους σαν και τούτους; 
«Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν/ τον παιδικό μου φίλο/ παρέα με τον ελέφαντα/ να μη μου δίνουν ξύλο. Κι αν θα με φάνε τ’ άγρια θηρία/ θα με γράψουν και στην ιστορία/ πως με φάγανε τα ζώα/ κι όχι η μπόρα του αιώνα».
Μήπως το τραγούδι, θα πει κάποιος, καλοπροαίρετα πάντα, ακουγόταν σε κανα ραδιόφωνο κάθε λίγο και λιγάκι (ως επιτυχία που ήταν) και ορισμένοι νομίζουν, σήμερα, πως οι ΕΣΑτζήδες το είχαν λουπάρει σε κανένα AMPEX, μεταδίδοντάς το σε εμπλοκή, σκορπώντας τον… τρόμο στους φυλακισμένους; Μήπως ορισμένοι έχουν συνδέσει γενικότερα την εποχή (και όχι μόνον την παραμονή τους στα κρατητήρια) με κάποια συγκεκριμένα τραγούδια, την ίδιαν ώρα που κάποιοι άσχετοι, σήμερα, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν καν γεννηθεί επί Πολυτεχνείου, να φαντασιώνονται τα απίστευτα;
Παρακάτω η κ. Παπαέτη… διαπιστώνει το εξής (μπερδεύοντας τα αμπέρδευτα): «Η επαναλαμβανόμενη μουσική του “Ταρζάν” και ορισμένων ακόμη τραγουδιών της εποχής, όπως η “Μαρία με τα κίτρινα”, τα “Φιλαράκια τα καλά” και το “Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, ο εξαναγκασμός των βασανισθέντων να στέκονται όρθιοι για ώρες και να τραγουδάνε, η συνακόλουθη στέρηση ύπνου, καταδεικνύουν ένα σχεδιασμένο σύστημα ψυχολογικού βασανισμού που εφαρμοζόταν σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες σωματικές βλάβες».
Φαίνεται λοιπόν πως όλες οι επιτυχίες της περιόδου, τα τραγούδια δηλαδή «Μαρία με τα κίτρινα» (του Βασίλη Δημητρίου, με την Δήμητρα Γαλάνη από το 1972), το «Όλοι θα ζήσουμε (Τα παιδιά)» (του Γιώργου Κοινούση από το 1973) και το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» (Δήμος Μούτσης, Γιάννης Λογοθέτης, Βίκυ Μοσχολιού από το 1972) αποτελούσαν ένα «όργανο» στα χέρια των βασανιστών, μέσω του οποίου «έσπαγαν» τη ρωμαλεότητα των κρατουμένων!! Άμα ήταν έτσι τότε τύφλα να’ χουν οι (συγκλονιστικές) «επιστημονικές ανακρίσεις», για τις οποίες γράφει ο Περικλής Κοροβέσης στους Ανθρωποφύλακες!!

Ίσως, εδώ, χρειάζεται να υπενθυμίσω κάτι που το είχα γράψει για πρώτη φορά (στο δισκορυχείον) την 17/11/2010, σε σχέση με το… τραγούδι των βασανιστών (γέλια!), που έλεγε τότε ο Κοινούσης. Μιλάω για το «Όλοι θα ζήσουμε (Τα παιδιά)», που αποδίδει τιμή στο «Θα σημάνουν οι καμπάνες» του Μίκη Θεοδωράκη (τα δύο κομμάτια έχουν την ίδια εισαγωγή!), ένα τραγούδι από τη «Ρωμιοσύνη», που είχε πρωτοβγεί το ’66, αλλά ήταν απαγορευμένο κατά τη διάρκεια της χούντας. Ο Κοινούσης, σαν μάγκας που ήταν, είχε πράξει τότε το καθήκον του στο ακέραιο. Να έρχονται τώρα, 43 χρόνια μετά, κάποιοι και να κατατάσσουν το τραγούδι του στα «τεκμήρια» βασανιστηρίων της δικτατορίας είναι, πράγματι, ανήκουστο.

Το χειρότερο όλων, όμως, το κράτησα για το τέλος. Στο άρθρο τής πάντα… έγκριτης Καθημερινής διαβάζουμε:
«Στο τέλος των βασανισμών, προτού οι κρατούμενοι επιστρέψουν στο μαρτύριο της απομόνωσης, οι βασανιστές του ΕΑΤ/ΕΣΑ τελείωναν την αδυσώπητη “παράστασή” τους με ένα συγκεκριμένο τραγούδι, τον “Στέφανο” του Αντώνη Καλογιάννη που μόνο τρόμο θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι στίχοι του στο μυαλό των κρατουμένων: “Πάει κι ο Στέφανος, ο καλός ο άνθρωπος, με το φωτοστέφανο, που λες. Πάει κι ο Στέφανος, πάει μ’ ένα παράπονο. Έκλαιγαν οι φίλοι του προχθές».
Τι μας λένε ρε οι άνθρωποι; Πού τα είδανε αυτά γραμμένα; Ποιος τους τα είπε; Ο «Στέφανος», από το LP «Συνοικισμός Α» [Olympic, 1972], είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Δήμου Μούτση σε στίχους Γιώργου Μιχαηλίδη (δεν είμαι 100% σίγουρος αν πρόκειται για τον γνωστό σκηνοθέτη, του περιοδικού και θεάτρου «Ανοιχτό Θέατρο», της «Φουέντε Οβεχούνα» κ.λπ.). Ένα εκπληκτικό αγέρωχο άσμα, με στίχους που δηλώνουν πίστη στη ζωή και που μόνον ένας βλάκας θα τους αντιμετώπιζε ως… καταθλιπτικούς. Και δεν είναι μόνο τα λόγια του «Στέφανου» (που… «για χατίρι του θα πω ένα παλιό τραγούδι») είναι και η έξοχη μουσική τού Δήμου Μούτση, που σου αναπτερώνει από μόνη της το ηθικό και βεβαίως η φωνή του Καλογιάννη που σε γεμίζει με δύναμη.
Αυτό το τραγούδι είναι καθαρή ευχή, δροσερό νεράκι, βάλσαμο ψυχής ρε αχαΐρευτοι και όχι… τεκμήριο βασανισμού. Δείτε τα σχόλια που γράφει ο κόσμος στο YouTube, αν δεν πιστεύετε εμένα («Καταπληκτικό κι αξέχαστο τραγούδι», «Ένα υπέροχο τραγούδι», «η εισαγωγή όλα τα λεφτά», «FOVERO. HYMNOS», «Λατρεμένο τραγούδι», «Τέλειο!!», «Πολύ όμορφο τραγούδι!!», «ti megalo tragoudi einai ayto.dimos moutsis = megaloprepeia. respect», «Mega Tragudi !!!!!!!!!!!»...).
Έτσι κι έφθαναν στ’ αυτιά του Δήμου Μούτση, αλλά και του Μαρκόπουλου και του Κοινούση, όλα τούτα είμαι σίγουρος πως θα έπαιρναν με τις πέτρες εκείνους που ισχυρίζονται, σήμερα, τέτοιες ασυναρτησίες.
Όρσε (με τον κερκυραϊκό τρόπο) στις... μελέτες και τα διδακτορικά σας αστοιχείωτοι!
 

FRANCISCO PAIS LOTUS PROJECT

Θυμάμαι ακόμη την εντύπωση που μου είχε προκαλέσει το πρώτο (μάλλον) CD τού Francisco Pais, που έφθασε κάποια στιγμή στ’ αυτιά μου. Ήταν 7 Ιουνίου του 2013, όταν έγραφα για το “Raise Your Vibration” [Product of Imagination, 2012] εδώ στο δισκορυχείον:
«Ο Francisco Pais δεν είναι μόνον ένας απολαυστικός τραγουδιστής (με falsetto, φυσικά, ασυναγώνιστο), είναι ακόμη άσσος κιθαριστής και περαιτέρω στιχουργός και συνθέτης. Ένας πλήρης τραγουδοποιός που κινείται με απαράμιλλη άνεση μεταξύ pop-jazz και soft-rock, έχοντας δίπλα του παικταράδες.(…) Άψογες μελωδίες, αρμονική τελειότητα, ωραία πνευστά παιξίματα και βεβαίως κιθάρα που δοκιμάζει ακόμη και σε σκληρά ροκ τοπία, δίχως ποτέ να απεμπολεί τη λεπτότητά της. Δύσκολο να ξεχωρίσεις τραγούδι απ’ αυτό το άλμπουμ. Δύσκολο να επαναλάβεις κάτι. Το επαναλαμβάνεις όλο (διαρκεί εξάλλου μόλις 41 λεπτά) και καθαρίζεις».
Χαίρομαι, γιατί μετά από 3+ χρόνια συναντώ και πάλι τον Francisco Pais σ’ ένα άλμπουμ (το τρίτο του;) ακόμη πιο ωραίο και βεβαίως ωριμότερο του “Raise your Vibration”. Αυτό θα πει εξέλιξη!
Το νέο CD έχει τίτλοVerde [Product of Imagination, 2016], έχει περισσότερα ορχηστρικά παρά τραγούδια και είναι χάρμα ώτων. Ο Pais, που ως τραγουδιστής πάντα θα φέρνει στη μνήμη μου τον Sting, στις πιο «μπαλαντικές» στιγμές του, αγαπά εξ ίσου την jazz και το rock, μα ακόμη και το blues – και μάλιστα όλα τούτα… σε όλα τους τα παρακλάδια. Στο “Verde” δηλαδή υπάρχουν τα πάντα. Και θαυμάσιες τζαζ στιγμές, στις οποίες κυριαρχούν τα μελωδικά μοτίβο, και rock, το οποίον άλλοτε κινείται σε περισσότερο bluesy κατευθύνσεις, άλλοτε «παγιδεύεται» ωραία στο pop-psych των british sixties και άλλοτε «σκάει» πιο κοντά στο country-rock.
Το “Drake-ish”, που ανοίγει το άλμπουμ, δεν ξέρω αν έχει κάποια σχέση με τον Nick Drake (δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκουν σήμερα – εμένα ποτέ δεν μ’ έπιασε γερά αυτός ο τραγουδοποιός), εκείνο που ξέρω είναι πως πρόκειται για ένα πολύ καλοβαλμένο jazz/ blues/ fusion instro με υπέροχες μελωδικές απολήξεις, και κάπως… δραματική ατμόσφαιρα. Το “The painter” που ακολουθεί είναι ένα καθαρό bop μέσα στην περιπέτειά του, ενώ το “Gold hill” είναι ένα έξοχο country/blues (όχι country-blues). Από ’κει και κάτω δεν συναντάς αδιάφορο κομμάτι, αν και, όπως συνήθως συμβαίνει, πάντα θα υπάρχουν κάποια tracks που θα ξεχωρίζουν, όπως το “Going south” π.χ., που είναι ένα τελείως στοιχειωμένο blues (τεφαρίκι για το ρεπερτόριο της Fat Possum). Το “Million galaxies away” είναι το δέκατο track του “Verde”, αλλά το πρώτο πραγματικό τραγούδι και στιγμές-στιγμές είναι σαν ν’ ακούς κάτι χαλαρό των Colosseum, ενώ πολύ καλό (τραγούδι) είναι και το “Sunset full of moons”, που, και εδώ, ανακαλείς στη μνήμη σου κάτι παλιό (το swamp-rock του Tony Joe White).
Το πολύ καλό “Verde” του Francisco Pais θα κλείσει με το… techno-jazzYeahaa-do”, αλλά αυτό κάνω πως δεν το ακούω…
Επαφή: www.franciscopais.com

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

BENT BY SORROW «σκληροί» και μελετημένοι

Δεν είναι παλαιό (ελληνικό) συγκρότημα οι Bent by Sorrow, παρά ταύτα έχουν ήδη ένα CD στην κατοχή τους, σε δική τους ανεξάρτητη παραγωγή από το 2013, ενώ πριν λίγο καιρό τέθηκε σε κίνηση και η δεύτερη κυκλοφορία τής μπάντας (Through Fire and Water), ένα βινύλιο έξι κομματιών, που γυρίζει στις 45 στροφές, και που κόπηκε σε 150 αριθμημένα αντίτυπα από την B-otherSide Records.
Οι Bent By Sorrow παίζουν rock, σκληρό rock στα όρια του «μετάλλου», με πλείστες όσες αναφορές από τη σκηνή του ’80, όχι παλαιότερα – αν και το πρώτο κομμάτι τους, το οργανικό “Through fire and water” θα μπορούσε να αναφέρεται ακόμη και στους May Blitz (αυτή την γκρουπάρα από τα early seventies, την οποία δεν ξέρω πόσοι νεότεροι την ξέρουν και την εκτιμούν).
Δεύτερο track στη σειρά το τραγούδι τους “A never sending letter” που στέκεται καλά, και σκάει ακόμη καλύτερα. Οι Metallica μάλλον είναι μια διαχρονική «αγάπη» των Bent By Sorrow, καθώς το κομμάτι στηρίζεται σε μια ωραία μελωδική γραμμή, που υποστηρίζεται από ανεβάσματα και κατεβάσματα τής έντασης και βεβαίως από τα ανάλογα κιθαριστικά soli.
Το μακάβριο θέμα του “Entering the tomb” (αν διαβάσει κανείς του στίχους στο ένθετο, πριν ρίξει το βινύλιο στο πικάπ) σε προετοιμάζει για ένα ακόμη πιο πιστό heavy track, με τα riffs να σκάνε από παντού και με τα φωνητικά να τονίζουν (με τον τρόπο και τη δύναμή τους) ακόμη περισσότερο τη… μεταλλική κατασκευή.
Οι Giannakis Dimi ηλεκτρικές κιθάρες, Vanx P. ντραμς, Dim. Arap. φωνητικά και Dimitris Efr. “Deadend” μπάσο κάνουν σωστή δουλειά, δείχνοντας πως γνωρίζουν τους κώδικες του είδους.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “Things to come, in a port of shadows”, ένα κάπως υπαρξιακό τραγούδι με πολύ ωραία… διαρρύθμιση. Σωστές φωνές και φωνητικά, πενιές σε ισχυρές αλλά όχι ατελείωτες δόσεις, riffs που επιτείνουν και ενδυναμώνουν τα νοήματα και κυρίως όλα αυτά (και άλλα πολλά) δοσμένα με μια σιγουριά, την οποίαν αντιλαμβάνεσαι στα λεγόμενα «μεγάλα συγκροτήματα».
Οι Bent By Sorrow δεν είναι ένα «μαύρο» συγκρότημα, και όσο και να ξεγελάνε τραγούδια όπως το “Between black and grey” (ένα από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο τού άλμπουμ), στην πράξη εκείνο που πηγάζει από το άκουσμα τού “Through Fire and Water” είναι πως… εν τέλει μπορούμε να πάμε παρακάτω, αφήνοντας όλες τα σκοτάδια πίσω μας.
Το ίδιο θα έλεγα ακούγοντας και το τελευταίο κομμάτι του LP τους, το “Betrayed by desires”, που ολοκληρώνεται με τα στιχάκια:
“I don’t know how to change a world that is already dying/ I don’t know how to win this war, maybe I deserve to die/ Tell me you prefer the truth, or you prefer a lie…/ Tell me you prefer to walk or you prefer to fly…”.
Οι Bent By Sorrow είναι ένα καλό ή και πολύ καλό ελληνικό «σκληρό» συγκρότημα, που έχει τη δυνατότητα να βελτιωθεί κι άλλο σε όλους τους τομείς, αν κρίνω από τα καλύτερα tracks αυτού τού παρθενικού βινυλίου τους. 
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

τέσσερις ενδιαφέρουσες φωτογραφίες

Η σχέση τού ιταλικού rock, progressive rock και folk-rock, με την αριστερά των seventies υπήρξε μεγάλη. Έχω έτοιμα κείμενα, για να καταδείξουμε ή για να υπενθυμίσουμε το γεγονός, αλλά, δυστυχώς, δεν τα έχω σε word, που σημαίνει πως θα πρέπει να τα δακτυλογραφήσω από την αρχή. Όμως, επειδή είναι μεγάλα σε έκταση, όλο το αναβάλλω.
Εδώ βλέπουμε τέσσερις φωτογραφίες που έχουν το δικό τους νόημα.
Πρόκειται κατ’ αρχάς για ένα τεύχος του περιοδικού Il Manifesto, που ξεκίνησε να τυπώνουν τον Ιούνιο του ’69 ο Lucio Magri και η Rossana Rossanda (βουλευτίνα του PCI στο Μιλάνο –βουλευτίνα και όχι «βουλεύτρια», μια κακόηχη λέξη, που την ακούω από ’δω κι από ’κει τώρα τελευταία– πρώην διευθύντρια του πολιτιστικού τομέα του κόμματος), ενώ μαζί τους θα συνεργάζονταν ο Aldo Natoli (βουλευτής του PCI στη Ρώμη), ο Massimo Caprara (βουλευτής του PCI στη Νάπολι) και ο Luigi Pintor (πρώην αναπληρωτής εκδότης της l'Unità από το Κάλιαρι).
Εν συνεχεία έχουμε μια φωτογραφία τής Il Manifesto, από την εποχή που είχε εξελιχθεί σε καθημερινή εφημερίδα (28/12/1975).
Για να ακολουθήσει μια φωτογραφία του ιστορικού 2LP “1979 / il concerto ommagio a Demetrio Stratos” [Cramps 5203 001], που αποτυπώνει την ιστορική συναυλία της 14ης Ιουνίου 1979, στην Arena Civica του Μιλάνου, στη μνήμη τού Demetrio Stratos (που είχε φύγει από τη ζωή την προηγούμενη μέρα, στη Νέα Υόρκη, στα 34 χρόνια του). Προσέξτε τις γραμματοσειρές τού/τής Il Manifesto και του “Il Concerto” (το εξώφυλλο του “Il Concerto” μοιάζει σαν πρωτοσέλιδο της Il Manifesto).
Στην τελευταία φωτογραφία ο Quentin Tarantino κοιτάζει-διαβάζει ένα φύλλο της κομμουνιστικής εφημερίδας Il Manifesto. Μάλιστα, βλέπουμε και κάτι ελληνικές σημαίες στην πρώτη σελίδα κι έναν τίτλο να λέει: «Η Ελλάδα στo χείλος της ρήξης. Εκρήγνυται η κοινωνική εξέγερση» ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων...

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

LUCIO MAGRI ένα βιβλιαράκι του 1974

Ο Lucio Magri (1932-2011) υπήρξε σημαντικότατη φυσιογνωμία της κομμουνιστικής αριστεράς στην Ιταλία με πορεία και δράση ποικίλη, η οποία απλώθηκε σε μισόν αιώνα. Παρά ταύτα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο γνωστός. Έγινε, όμως, περισσότερο γνωστός μετά τον «επιδιωκόμενο» θάνατό του, το 2011, και τότε γράφτηκαν και μεταφράστηκαν (στο δίκτυο) πολύ ενδιαφέρουσες νεκρολογίες.
Χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την κομμουνιστική ιδεολογία, ο Magri βρέθηκε, από νωρίς σχετικά, σε πορεία σύγκρουσης με το PCI (Partito Comunista Italiano), το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δηλαδή, όταν τον Ιούνιο του ’69 ένας πυρήνας τής αριστερής τάσης του (με τη συμμετοχή και του Magri), εξέδωσε την ανεξάρτητη, μηνιαία στην αρχή, επιθεώρηση Il Manifesto. Λίγους μήνες αργότερα η ομάδα γύρω από την Manifesto, θα απομονωθεί από το κόμμα, με αποτέλεσμα να αποκτηθεί ακόμη περισσότερη αυτονομία και ελευθερία κινήσεων, που θα μετέτρεπε το περιοδικό σε καθημερινή πλέον εφημερίδα (1971).
Το 1974 ο Magri θα βρεθεί στο PdUP (Partito di Unità Proletaria), όταν το Κόμμα της Προλεταριακής Ενότητας θα συνδεθεί με την Manifesto, πριν (ο Magri) προσχωρήσει και πάλι στο PCI το 1984, λίγο πριν τον θάνατο τού Enrico Berlinguer, καθώς το ΙΚΚ θα εγκατέλειπε την καταστροφική πολιτική τού «ιστορικού συμβιβασμού», επιχειρώντας μια πιο αριστερή στροφή. Φυσικά, ο Magri θα δήλωνε παρών και στις διεργασίες που θα ακολουθούσαν την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», συμμετέχοντας στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Partito della Rifondazione Comunista) το 1991…
Το 1974 (μάλλον μετά τη Μεταπολίτευση) είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο του Lucio Magri στην Ελλάδα που είχε τίτλο... για ένα μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα/ ο γαλλικός μάης κι η επανάσταση στη δύση [σύγχρονα κείμενα]. Ο Magri και τότε και βεβαίως μέχρι το θάνατό του δεν έπαυσε να πιστεύει στην ιδέα της αλλαγής, την οποία συνέδεε, πάντα, με τους νέους ανθρώπους και τα νέα άφθαρτα κόμματα (με τον ίδιον να στέκεται μονίμως απέναντι όχι μόνο στον συγκεντρωτισμό, αλλά και στη σοσιαλδημοκρατία). Θεωρούσε, δηλαδή, πως η πορεία μετάβασης προς μια αταξική, μη εκμεταλλευτική κοινωνία μπορεί να ξέμεινε από καύσιμα μέσα στον 20ον αιώνα, αλλά υπήρχε πάντα το έδαφος ώστε να πάρει ξανά μπροστά η μηχανή, τραβώντας το όχημα από τη λάσπη.
Δείτε τι έγραφε στις αρχές του ’70 (από το ελληνικό βιβλίο του)…

Σήμερα είναι πάλι πλατιά διαδομένη η πεποίθηση ότι στην τωρινή μας κοινωνία η επανάσταση αποτελεί μια πραγματική και πιεστική αναγκαιότητα. Ο όψιμος καπιταλισμός κατόρθωσε να διατηρήσει πολύ λιγότερο απ’ τους προδρόμους του τού 19ου αιώνα την εμπιστοσύνη στο «ανθρώπινο και προοδευτικό μέλλον». Ακόμα και πολλοί μη μαρξιστές διαπιστώνουν με διάφορους τρόπους ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε είναι εσφαλμένο, ότι η παραπέρα ανάπτυξή του εντείνει ακόμα περισσότερο τις εγγενείς αντιθέσεις του και κάνει ακόμα πιο οφθαλμοφανή την απανθρωπιά του. Η κοινωνία αυτή, που χαρακτηρίζεται απ’ τον πλούτο επιστημονικών γνώσεων και τεχνολογικών δυνατοτήτων, αντί να οδηγεί στην απελευθέρωση του ανθρώπου και στην κυριαρχία του πάνω στον κόσμο, επισφραγίζει τον οριστικό του υποβιβασμό σε παραγωγικό εργαλείο. 
Η εργασία, μετά τη νίκη της στον αγώνα κατά της φύσης μπορούσε επιτέλους να μεταβληθεί σε ελεύθερη και δημιουργική έκφραση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Αντί γι’ αυτό, όμως, οι μορφές και οι σκοποί τής εργασίας αποξενώνονται συνέχεια περισσότερο από τον άνθρωπο. Η κατανάλωση θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια της παθητικότητας και της απλής οικειοποίησης των πραγμάτων. Αντί να υποτιμηθεί σε μιαν απλή παραγωγική προτροπή, σε σταθεροποιημένη απραξία, σε ιδιοκτησία και σπατάλη, θα μπορούσε να πλουτίζει το άτομο και το σύνολο. 
Το μορφωτικό επίπεδο ανεβαίνει και τα μέσα επικοινωνίας καταργούν τα σύνορα και τις αποστάσεις, το κάνουν όμως μόνο για να διαρθρώσουν αποτελεσματικότερα μια παράλογη δραστηριότητα και για να ενισχύσουν τον παραλογισμό καινούργιων μύθων. Οι πολιτικοί θεσμοί δείχνουν να γίνονται πιο σταθεροί και οι κανόνες παιχνιδιού της τυπικής δημοκρατίας φαίνονται να γίνονται πιο αξιόπιστοι, ωστόσο η πραγματική εξουσία συγκεντρώνεται σε ολοένα λιγότερα χέρια, η καταπίεση επιδρά βαθειά στη συνείδηση του μεμονωμένου ατόμου με τη βοήθεια όλο και πιο εκλεπτυσμένων και δραστικών μέσων, ενώ αυτός που αποτραβιέται απ’ τους ολοκληρωτικούς μηχανισμούς αντιμετωπίζεται βίαια. 
Ο κόσμος ενοποιείται, οι εθνικοί και θρησκευτικοί φραγμοί πέφτουν, ωστόσο ο ρατσισμός κι ο εθνικισμός αναβιώνουν πάνω σε νέους όρους και επινοούνται καινούργια σύμβολα για τα καθεστώτα και τις κάστες. Τι θα πρέπει να συμβεί ακόμα για να επισφραγίσει το τέλος του ρεφορμιστικού φιλελεύθερου ή σοσιαλιστικού οπτιμισμού;