Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

WINGFIELD, REUTER, STAVI, SIRKIS fusion παικταράδες

Εδώ, στο The Stone House [WRSS/ MoonJune, 2017], συναντιούνται τέσσερις παικταράδες. Ο κιθαρίστας Mark Wingfield, ο touch κιθαρίστας Markus Reuter (παίζει και με τα δύο χέρια στο μπράτσο), ο άταστο-μπασίστας Yaron Stavi και ο ντράμερ Asaf Sirkis – όλοι με μεγάλη πορεία και συνεργασίες μέσα στις δεκαετίες. Το αποτέλεσμα είναι ένα δυναμικό άλμπουμ έξι συνθέσεων, μέσης και μεγάλης διάρκειας, ηχογραφημένο ζωντανά στο στούντιο και μάλιστα άνευ overdubs. Φυσικά όλα τα tracks είναι γραμμένα και από τους τέσσερις, με την συμπαραγωγή του Leonardo Pavkovic να προσθέτει κι άλλα credits σε τούτη την αγέρωχη ηχογράφηση.
Ως progressive fusion θα χαρακτήριζα τη μουσική στο “The Stone House”. Ένα κράμα, γεμάτο με seventies vibes των King Crimson των Quiet Sun και του John McLaughlin με τη Mahavishnu Orchestra. Εντάξει, στο περίπου, για να δώσουμε κι ένα στίγμα, καθότι στη βάση της η μουσική τής τετράδας έχει μιαν αισθητική αυτοτέλεια – ιδίως όταν το σχήμα χαμηλώνει το volume, παίζοντας με… ακουστή δεξιοτεχνία και ορίζοντας ένα κάπως space περιβάλλον (“Fjords de Catalunya”).
Αν και σε ορισμένα tracks κάποιοι ύστεροι τεχνοκρατικοί Floyd-ισμοί δείχνει να υπερτερούν (“Tarasque”), είναι τελικά το 14λεπτο “Bona nit señor Rovira” που συμμαζεύει όλα τα επιμέρους στοιχεία της μουσικής των Wingfield/ Reuter/ Stavi/ Sirkis – έναν διπλό κιθαριστικό κυκεώνα, τοποθετημένον πάνω σ’ ένα ηράκλειο μπάσο-ντραμς.
Επαφή: www.moonjune.com
 

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΟΤΑΝ Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ ΕΓΡΑΦΕ ΠΟΙΗΣΗ ως ένα περιφερειακό μέλος της «γενιάς του ’70» και των ποιητών της «αμφισβήτησης»

Κάτι οι πρόσφατες δηλώσεις του Φώτη Κουβέλη σε ραδιοφωνικό σταθμό πως… «το μόνο που θα σας πω είναι ότι στις προηγούμενες και στις προ-προηγούμενες εκλογές ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ, στο δημοψήφισμα ψήφισα ΟΧΙ, και θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ», κάτι το καυστικό κείμενο του Δημήτρη Πολιτάκη εδώ στο lifo.gr υπό τον τίτλο «Φώτης Κουβέλης, ο αυθεντικός κύριος Τίποτα» με οδήγησαν ξανά στη βιβλιοθήκη και σ’ ένα εν τάχει ξεφύλλισμα των ποιητικών βιβλίων του, εκεί στις αρχές του ’70.
Ο επικεφαλής πια της ΕΚΙΕΑ (Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς) υπήρξε ένας ελάσσων εκπρόσωπος της ποιητικής γενιάς του ’70, της γενιάς των «ποιητών της αμφισβήτησης» όπως έγιναν πιο γνωστοί, τυπώνοντας τρία βιβλία με ποιήματά του στο πρώτο μισό εκείνης της δεκαετίας. Οι τίτλοι τους: Συνοπτική Ιστορία [Δωδώνη, 1971], Τοπογραφικό Σημείο [Τύμφη, 1973] και Το Μαύρο Ηχείο [Τύμφη, 1974].
Όπως γράφει ο Αλέξης Ζήρας στον τόμο «Γενιά του ’70» [Όμβρος, 2001] για τους ποιητές εκείνης της περιόδου:
«Η αυξανόμενη πολιτική ένταση του ’60 και οι βίαιες πολιτειακές αλλαγές που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα την εγκαθίδρυση του στρατιωτικού καθεστώτος του 1967, μπορεί να μην είχαν θεαματικές επιπτώσεις στην διάπλαση του ορίζοντα της πολιτικής τους συνείδησης, συνετέλεσαν όμως στη μεταξύ τους προσέγγιση. Και κατά προέκταση στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας σύμπνοιας, κοινού προβληματισμού και παράλληλων αναζητήσεων στο χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας».

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

THE SNAILS Dr. Acid

Πριν λίγες μέρες έλαβα ένα CDCD-R). Σκέτο δισκάκι χωρίς cover, εξώφυλλα, οπισθόφυλλα και λοιπά, παρά με δύο τίτλους γραμμένους πάνω του… The SnailsDr. Acid. Ευτυχώς, που υπάρχει, είπα μέσα μου, και στο bandcamp κι έτσι μπορώ να δω το track list κι ίσως και καμμιάν ακόμη πληροφορία. Τελικά, εκείνο που είδα ήταν οι τίτλοι των 14 tracks, καθώς και οι guests που συμμετέχουν στην εγγραφή – σε κάποιο track φωνή ο Δημήτρης Μπελενιώτης από τους Cardinals, σε κάποια άλλα farfisa η Eve Deville από τις Meanie Genies και ο Δημήτρης Μεγεντισίδης από τους Yesterdays Thoughts, θερεμίνη ο Gew-Gaw, κιθάρες ο Δημήτρης Ντελής… Πουθενά δεν είδα όμως τα μέλη των Snails, οπότε ας υποθέσω πως έχουμε να κάνουμε με τους Chris φωνή, κιθάρα, Lampros K. κιθάρα, φωνητικά, Dimitris μπάσο και Anestis ντραμς, φωνητικά. Τέλος πάντων… δεν έχουν και τη μεγαλύτερη σημασία όλα τούτα, αφού πάντα το προκείμενο, η μουσική και τα τραγούδια του αθηναϊκού garage γκρουπ εννοώ θα είναι εκείνο που θα εξέχει.
Τα τραγούδια των Snails είναι πολύ καλά, σε γενικές γραμμές, αν και εδώ δεν έχουμε τόσο… απολύτως πιστό garage-punk, όπως είχαμε σε πιο παλιές ηχογραφήσεις τους. Υπάρχει βεβαίως η sixties σχετική αφετηρία, αλλά το πράγμα απλώνεται πιο πολύ, με σαφείς αναφορές σε πιο... ψυχεδελικά πράγματα, και με συνολική ηχητική διευθέτηση πιο αναβιωτική και πιο eighties.
Το “Dr. Acid” περιλαμβάνει, όπως γράψαμε και πιο πάνω, 14 tracks, εκ των οποίων και τα 14 είναι καλά. Μερικά βέβαια είναι πολύ καλά, ή και φοβερά και αυτά βρίσκονται εκεί προς τη μέση, όταν οι… Έλληνες Vietnam Veterans πραγματικά μεγαλουργούν στα “The burning boy”, “Dr. Acid”, “Falling down”, “Im on fire”, “Shadow land”, “Sunshine” και “A thousand miles”, δίχως –το ξαναλέω– να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα. 
Ιδιαίτερη μνεία, πάντως, οφείλουμε να κάνουμε σε δύο κομμάτια: στo Im on fire” στο οποίο ακούμε… ψυχεδελικό μπουζούκι άψογα ενταγμένο στο γενικότερο πλάνο, όπως και στο φερώνυμο 7λεπτο “Dr. Acid”, που αποτελεί (και σαν μεγάλη διάρκεια) μιαν άλλη άποψη των Snails, σε σχέση, πάντα, με τον γκαραζοψυχεδελισμό.
Ευχή; Να κυκλοφορήσει σε LP.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

JIHYE LEE ORCHESTRA Απρίλης

Όλοι θυμόμαστε το φοβερό ναυάγιο του φέρρυ Sewol, που συνέβη τον Απρίλιο του 2014, κάπου εκεί έξω από τις ακτές της Νότιας Κορέας και που στοίχισε τη ζωή σε 304 ψυχές. Απ’ αυτό το γεγονός παίρνει αφορμή η Κορεάτισσα Jihye Lee, που τότε σπούδαζε στο Berklee, προκειμένου να παρουσιάσει ένα «μπιγκμπαντικό» άλμπουμ με τον σημαδιακό τίτλο April [Private, 2016/17].
Όπως ενημερωνόμαστε από την ίδια τη συνθέτιδα, πριν από το ναυάγιο τού Sewol είχαν γραφτεί δύο tracks, τα ακόμη πιο σημαδιακά (αυτά κι αν ήταν!) “April wind” και “Deep blue sea”, για να συμπληρωθεί το πρότζεκτ, κατά κύματα, μετά το δυστύχημα.
Τέλος πάντων, ως Κορεάτισσα και η ίδια (και όχι μόνον ως συνθέτιδα, αλλά και ως τραγουδίστρια) η Lee επιχείρησε να αναπαραστήσει μέσω τής μουσικής της την μοιραία πορεία προς τη βύθιση τού Sewol, δημιουργώντας μια τζαζ ηχητική περιπέτεια που περιλαμβάνει, θα έλεγα, ένα εύρος συναισθημάτων. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αποκλειστικώς «μαύρη» μουσική, αλλά για κάτι ευρύτερο… και κάπως γραμμικό με κατάληξη το τέλος.
Έτσι, το άλμπουμ ξεκινά με το 11λεπτο “April wind”, που είναι ένα χαλαρό και κάπως νοσταλγικό track, υπενθυμίζοντας ενδεχομένως το κλίμα που επικρατούσε στο φέρρυ, πριν τη βύθιση. Ακολούθως έχουμε συνθέσεις όπως την υπ’ αριθμόν 4 “Whirlwind”, που μας μεταφέρουν ένα άλλο κλίμα, αν θέλετε την αγωνία και το χάος που θα επικράτησε κατά την πορεία της βύθισης (κοφτές, σύντομες, φράσεις των πνευστών, παράλληλα με χαμηλούς και υπαινικτικούς τόνους), όπως και άλλες, σαν την έσχατη “You are here (Every time I think of you)”, που επικεντρώνονται στη μεταφορά ενός κλίματος θλίψης και άλλων συναφών συναισθημάτων αναφορικά με τους συγγενείς και τους φίλους των πνιγμένων. Όλην αυτή τη γκάμα η Jihye Lee τη χειρίζεται σωστά (με τις συνθέσεις της και όπου χρειάζεται με τη φωνή της), παίρνοντας από την ορχήστρα της πάντα τα καταλληλότερα των vibes.
Όχι ένα άλμπουμ για κάθε στιγμή, αλλά σίγουρα ένα άλμπουμ που μπορεί να σε κερδίσει ανά στιγμές.
Επαφή: www.jihyemusic.com

NAUGHTY GIRLS / THEE NODES – COTTAGING punk από το Νέο Κόσμο στις 45 στροφές

NAUGHTY GIRLS / THEE NODES: Naughty Girls / Thee Nodes [USA. Abscess/ GR. Recordisc, 2014]
Σπλιτ punk 45άρι, με δύο γκρουπ (φυσικά) και πέντε τραγούδια συνολικά – τα τρία πρώτα με τους Naughty Girls και τ’ άλλα δύο (στην Side B) με τους Thee Nodes.
Τα τραγούδια των Naughty Girls είναι γραμμένα στο Μόντρεαλ (άρα να υποθέσουμε πως έχουμε να κάνουμε με καναδικό γκρουπ;) στο διάστημα Μάρτιος-Δεκέμβριος του ’12. Από μια φωτογραφία στο wrap-around cover βλέπουμε πως οι Naughty Girls είναι τέσσερις άντρες (κιθάρα, μπάσο, ντραμς, φωνή), οι οποίοι… ασκούνται στο ταχύρυθμο, θορυβώδες punk, που λέει ό,τι έχει να πει μέσα σε λίγα λεπτά (τα τρία κομμάτια τους έχουν διάρκειες 1:34, 0:54 και 2:15 λεπτά), με τους τίτλους (“Toy cop”, “Ripped knees”, “Zero charisma”) να φανερώνουν και μιαν πρωταρχική θεματική. Ακούγονται…
Τετράδα, κατά πάσα πιθανότητα καναδική (ηχογράφηση στο Μόντρεαλ τον Γενάρη του ’13), οι Thee Nodes παίζουν ένα thrash punk-metal, που εμπλουτίζεται από… field recordings μηχανών αυτοκινήτων (στο “Future car” των 2:06), βγάζοντας και ερμηνευτικό θράσος, πέρα από τη γενικότερη thrash-ίλα. Καλό και το πρώτο τους πάντως (“Living like a corpse”).
COTTAGING: Mise En Abyme [USA. Abscess/ GR. Recordisc , 2014]
Βαρύ πάνκικο, αλλά όχι σκληροπυρηνικό, αμερικάνικο γκρουπ είναι οι Cottaging (Aaron Demuth, Andrew Eaton, Tommy Conte), οι οποίοι εδώ πιάνονται σένα δυνατό 45άρι με δυο κομμάτιατα Meet me at The Puritan” και “Mise En Abyme”.
Το πρώτο, που έχει ωραία… ροκάδικη ροή, θυμίζει περισσότερο eighties εγγραφές, μ’ αυτά τα σαν-gothic φωνητικά που βγαίνουν μέσα από ένα κάποιο «βάθος».
Πάνω-κάτω στο ίδιο μοτίβο και η δεύτερη πλευρά… μού φέρνει κάπως στο νου ορισμένες εγγραφές τής Γενιάς του Χάους – είναι το συγκεκριμένο τραγούδι, θέλω να πω, έτσι όπως είναι στημένο, μ’ αυτά τα... εξώκοσμα-χαώδη φωνητικά να κρατάνε και πάλι το ενδιαφέρον.
Καλή περίπτωση. Αρκετά καλή θα έλεγα.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 7

23/2/2017
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΜΗ ΜΑΝΕΣΗ - ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
Έπαιξε κυρίως κλισαρισμένους ρόλους στον κινηματογράφο και το βίντεο των έιτις, αλλά τους έπαιζε με γνώση και χάρη (και χιούμορ φυσικά). Ο λόγος για τον συμπαθέστατο «μάγκα» Θέμη Μάνεση, που πρέπει να ήταν έτσι μάγκας και στην αληθινή ζωή. Θα τον θυμάμαι στις «Φυλακές Ανηλίκων» και σε διάφορα άλλα φτηνά της εποχής.
Υπάρχει και μια παλιά, τρελή, αναφορά που σχετίζεται με τον Μάνεση σε μια ανάρτηση του δισκορυχείου…
Κάποιοι μου λένε πως ο Μάνεσης έπαιζε στους «Απέναντι» του Πανουσόπουλου κ.λπ. Αν το θυμούνται μπράβο τους. Εγώ δεν το θυμόμουν, παρότι πριν γράψω τις λίγες λέξεις του προηγούμενου ποστ κοίταξα το IMDb και είδα όλη τη φιλμογραφία του. Δεν τον θυμάμαι δε ούτε στους «Αμαρτωλούς» του Δαλιανίδη από το 1971, την πρώτη του, όπως φαίνεται, ταινία. Εκείνο που είχα στη μνήμη μου εκείνο έγραψα. Τον Μάνεση των φτηνών ταινιών του πρώτου μισού των έιτις και των ακόμη πιο φτηνών βιντεοταινιών του δεύτερου μισού. Περιττό να πω πως τον Μάνεση δεν τον θυμάμαι καθόλου ούτε από την τηλεόραση, καθώς δεν έχω δει ούτε μισό επεισόδιο των «Απαράδεκτων», των «Δύο Ξένων» κ.λπ. 

22/2/2017 
Μάγκες μου το «σμ» το προφέρουμε χοντρό «ζ», βασικά, όταν τραγουδάμε σε μικρόφωνο για να μην ακουγόμαστε ψευδοί, όταν όμως το γράφουμε ας το γράφουμε με «σμ», γιατί αυτή η πλάκα με το «άζμα», τον «ανταγωνιζμό» κ.λπ. πάλιωσε και είναι πλέον εκνευριστική. 
Αυτά, στα… βγιαστικά. 

20/2/2017 
78 QUARTERLY - ένα λαϊκό περιοδικό ΤΕΧΝΗΣ (εννοώ εκτυπωτικής τέχνης) σκαναρισμένο τώρα.
Το καλύτερο έντυπο, που κυκλοφόρησε ποτέ (στην Αμέρικα φυσικά) για δίσκους 78 στροφών...
Έτος κυκλοφορίας (του εν λόγω τεύχους): 1989. Εξώφυλλο: R. Crumb. 

20/2/2017 
ΝΟΥΡΕΓΙΕΦ
Μ’ έχετε σκοτίσει με τον Αντετοκούνμπο. Δείτε τι έκανε, δείτε το κάρφωμά του, δείτε το ένα του, δείτε το άλλο του… Χέστηκα. Το ΝΒΑ δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ. ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΡΕΜΑΣΕ ΤΗ ΦΑΝΕΛΑ ΤΟΥ Ο ΝΟΥΡΕΓΙΕΦ… Αυτά που βλέπαμε με τα ματάκια μας στα γήπεδα της Πάτρας (ξερά και χλωρά) δεν περιγράφονται. Ούτε Γκάλης, ούτε τίποτα. Κανείς δεν είχε την πλαστική κίνηση του Κώστα Πετρόπουλου, του μόνο ανθρώπου που μπορούσε να μοιράσει… σακούλες ακόμη και στον Γιαννάκη. 
Αυτά που δείχνει το βίντεο δεν είναι τίποτα…  

19/2/2017
ΚΩΣΤΑΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ για το "ΓΕΛΑ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ" του Καφάση κ.λπ.
Πολύ ωραία μιλάει, πολύ μάγκας, πολύ σωστός, πολύ σεμνός, ΑΠΛΑ ΜΕΓΑΛΟΣ.
(μόνο λόγια εδώ, στον Μπακαλάκο, όχι τραγούδια)
(το πας στο 4:30, αν βαριέσαι την εισαγωγή)
(«Του έγραψα του Καφάση πάρα πολύ ωραία τραγούδια, ερωτικά τραγούδια, φιλοσοφημένα όμως, όχι ρηχο-ερωτικά. Και κοινωνικά. Το "Γέλα κυρία μου" φερ’ ειπείν, όταν λέει "ξένος εγώ, λίγη ταυτότητα, δίχως καυτή προσωπικότητα, είχα την τρέλα να σε λατρέψω αητέ" μιλάει ο μικρός σε φήμη, σε χρήματα, σε κοινωνική θέση, στον αητό, στην αριστοκράτισσα, την πλούσια κ.λπ.») . 

18/2/2107 
Η ΜΕΓΑΛΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΠΩΣ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΛΙΝΟΥ ΚΑΡΖΗ
Κατά την metapedia… «Έλληνας εθνικιστής, ελληνολάτρης, δικηγόρος, λογοτέχνης, θεατρικός κριτικός, μεταφραστής και σκηνοθέτης αρχαίου δράματος, ένας από τους εμπνευστές της Δελφικής Ιδέας…».
Τα βιβλία που εκείνος εξέδωσε, ενόσω ζούσε, είναι σπανιότατα.
«Συνήθιζε να γράφει τη χρονολογία της εκδόσεως των ποιητικών του συλλογών με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο αριθμήσεως και δεν χρησιμοποιούσε αριθμούς. Εκτύπωνε τα έργα του σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και τα μοίραζε σε ελάχιστους φίλους του».
Έτυχε τις προάλλες να βρω ένα (με αφιέρωση φυσικά), από το 1959. Πυρετική, παραληρηματική γραφή που συναρπάζει… 

18/2/2017 
Πολύς Jodorowsky σήμερα (χθες). Δεν κατάλαβα γιατί. Τώρα κοίταξα και είδα πως είχε γενέθλια την 17/2. Να βάλω κι εγώ κάτι (όχι απ’ αυτά που υπάρχουν στo νετ - ή μήπως υπάρχει;), που ανέσυρα μόλις τώρα από τη σακούλα…
Ένα διαφημιστικούλι, που μοιραζόταν στις πόρτες των σινεμάδων τις μέρες που θα προβαλλόταν το Santa Sangre (1989).
Ωραία ταινία. Όχι σαν το “El Topo” φυσικά. 

16/2/2017 
ΜΟΥΤΣΟΙ ΚΑΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ ΓΙΝΑΜΕ ΕΝΑ ΜΑΤΣΟ ΧΡΕΗ…
Έριξα τις πρώτες στην ψηστιέρα, αλλά μου αρπάξανε λίγο…
(Διάβαζα ένα κείμενο του Αλτουσέρ για το φοιτητικό κίνημα, στο Nouvelle Critique από το ’64, και ξεχάστηκα).
Άιντε και του χρόνου… 

16/2/2017
ATHENS BURNING
Το «αποφασίζουμε» από την προκήρυξη του ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων), που συντάχθηκε από το Γιώργο Μακρή στις 18 Νοεμβρίου 1944.
(Μια συμβολική απάντηση, δανεισμένη από τα παλιά, στο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή «Φόντο ο Παρθενώνας ή φως;»).

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (1926-2017): η περιπέτεια μιας «ακατάλληλης» ταινίας

Τo Vortex είναι μια μυθική ταινία του Νίκου Κούνδουρου. Όπως είχε πει ο ίδιος: 
«Σίγουρα το Vortex ή το Πρόσωπο της Μέδουσας είναι μια παράξενη ταινία. Γέννημα της αμέσως πριν τη δικτατορία ανώμαλης εποχής, φυγή θα μπορούσα να πω, ή ακόμα και απιστία στα δημόσια πράγματα, ή κούραση ή και οργή ή και όλα μαζί τα παραπάνω, και άλλα πολλά ακόμα.
Η ταινία γυρίστηκε σε δύο χώρους και σε δύο χρόνους. Η μισή γυρίστηκε σ’ ένα νησί του Αιγαίου το 1966-67 και η άλλη μισή στη Ρώμη και το Λονδίνο το 1970. Η αντιστικτική συρραφή των δύο μερών αποτελεί και το ύφος-κλειδί όλου του έργου. Η ταινία θέλει τη συμπαράσταση και τη βοήθεια του θεατή για να λειτουργήσει. Ως ένα σημείο είναι ένα πείραμα, ή μια άσκηση πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Κάθε στιγμή ο κίνδυνος να γλιστρήσουν όλα στο κενό είναι φανερός. Αλλά κι αυτός ο κίνδυνος περιλαμβάνεται μέσα στα υλικά κατασκευής της ταινίας.
Κατά τα άλλα, μπορώ να πω τώρα πως το πείραμα απότυχε. Όχι επειδή η ταινία είναι ίσως κακή –γιατί αυτό δεν έχει πια πολλή σημασία, καθώς τα σύνορα του καλού από το κακό είναι τόσο ρευστά– αλλά επειδή ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Αδιέξοδο. Έτσι το Vortex είναι απλά αυτό που είναι, ένας κινηματογράφος χωρίς μέλλον, αλλά και χωρίς παρελθόν, μετέωρος ανάμεσα στη χαρά που μπορεί να πάρει ίσως κανείς βλέποντάς τον, και στην αγανάκτηση. Εγώ τα γεύτηκα και τα δυο. Τώρα η σειρά σας».
Φάνης Χηνάς - Αλέξης Μανθεάκης
Και από το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος» Δεκέμβρης 1966:

Η συνέχεια εδώ…

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ αφιέρωμα στον Άλκη Αλκαίο

Μ’ ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στον πρόωρα χαμένο στιχουργό Άλκη Αλκαίο (1949-2012) κυκλοφορεί ο νέος Μετρονόμος (τεύχος 62, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017). Το αφιέρωμα, όπως πάντα συμβαίνει με τα αφιερώματα τού συγκεκριμένου περιοδικού, είναι πλήρες (καταλαμβάνει τις 54 από τις 86 συνολικώς σελίδες) και απλώνεται σε κάθε φάση της ζωής και της δημιουργίας τού ιδιαίτερου αυτού στιχουργού που σφράγισε, με τα λόγια του, το ελληνικό τραγούδι τα τελευταία 40 χρόνια.
Υπάρχει πολύ και καλό υλικό για να ψάξει κάποιος εδώ, άγνωστο εν πολλοίς –προσωπικώς αγνοούσα μεγάλο μέρος των όσων διάβασα– κείμενα δηλαδή που αφορούν περισσότερο στη ζωή τού Άλκη Αλκαίου και όχι κατ’ ανάγκην στα τραγούδια του, που είναι ούτως ή άλλως γνωστά και αγαπητά (από πολλούς). Μένω, λοιπόν, στα κείμενα των Θάνου Μικρούτσικου και Θανάση Συλιβού κατ’ αρχάς, φυσικά στα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται –όπως εκείνη η διάλεξη, του Αλκαίου, για τον Καρυωτάκη, στην Πάργα, το 1967, όταν λεγόταν ακόμη Ευάγγελος Λιάρος (ο Αλκαίος)– και από ’κει και κάτω, από λίγο έως πολύ, σε όλα τα υπόλοιπα.
Το περιοδικό δεν είναι όμως… μόνο Αλκαίος, αφού υπάρχει και άλλη ενδιαφέρουσα ύλη, όπως για παράδειγμα η πολύ ωραία συνέντευξη του αγαπημένου ηθοποιού Γιώργου Μοσχίδη στον Αλέξη Βάκη. Ο Μοσχίδης λέει πολλά και ενδιαφέροντα, κάνοντας στοπ και στο πάθος του για τα ρεμπέτικα των 78 στροφών, καθώς υπήρξε για πολλά χρόνια ένας παθιασμένος συλλέκτης. Λέει κάπου: «Εν τέλει μάζεψα περίπου χίλιους πεντακόσιους δίσκους (σ.σ. όχι ευκαταφρόνητο νούμερο, καθώς μιλάμε για 78άρια), σμυρναίικα και ρεμπέτικα. Με είχε πιάσει μανία. Πολλές φορές, μάλιστα, στερούσα τον εαυτό μου από άλλα πράγματα για να αποκτήσω έναν σπάνιο δίσκο».
Περαιτέρω στον Μετρονόμο διαβάζουμε συνεντεύξεις του Γιώργου Κουμεντάκη, του Βαγγέλη Κορακάκη (για τον δίσκο του με τον Γιώργο Νταλάρα «Θαλασσινά Παλάτια»), του μπουζουξή Θανάση Βασιλά, κάτι για το σπάνιο δισκάκι του Μάνου Χατζιδάκι «Μπολιβάρ» και λοιπά...
Όπως πάντα… ένα γεμάτο τεύχος.
Αυτό είναι το πρώτο και ωραιότερο τραγούδι σε στίχους Άλκη Αλκαίου. Και μουσική τού Θάνου Μικρούτσικου φυσικά…
 

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

LARRY CORYELL (1943-2017)

Ο Larry Coryell, που πέθανε προχθές στα 74 χρόνια του, ήταν/είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου κιθαρίστες και γι’ αυτό θα γράψω τώρα λίγα λόγια – από ουσιαστική και όχι τυπική υποχρέωση.
Δεν θυμάμαι πού διάβασα για πρώτη φορά ή ποιος μου μίλησε για τον Larry Coryell, εκεί στις αρχές των eighties. Μάλλον κανείς. Μάλλον τυχαίως είχα αγοράσει –παρασυρόμενος από τι άραγε;– το πρώτο LP του που έπεσε ποτέ στα χέρια μου, αλλά όχι πρώτο δικό του, το “Introducing the Eleventh House” [Vanguard VSD 79342], που είχε κυκλοφορήσει το 1974. Θυμάμαι, ακόμη, πως είχα πάθει πλάκα με το παίξιμό του στην κιθάρα, που κάποιες φορές δεν το ξεχώριζες από τα σύνθια του Mike Mandel ή την τρομπέτα του Randy Brecker, μίλια μακριά απ’ ό,τι είχα μέχρι τότε (και αργότερα!) ακούσει. 
Αν και ο ήχος τού άλμπουμ –και το λέω τώρα αυτό– ήταν ελαφρώς «γυαλισμένος», οι συνθέσεις και τα παιξίματα ήταν φοβερά, καθώς κομμάτια όπως το “Birdfingers” ή το “Yin” (που ήταν σύνθεση του Wolfgang Dauner από την εποχή των Et Cetera – από τους οποίους είχε περάσει και ο Coryell) σου έπαιρναν αμέσως το σκαλπ. Η line-up; Απλώς… άπαιχτη. Με τη σειρά, και έτσι όπως τους βλέπετε (από αριστερά) στη φωτογραφία από το back cover: Randy Brecker τρομπέτα, Alphonse Mouzon κρουστά, Larry Coryell κιθάρες, Mike Mandel πιάνο, σύνθια και Danny Trifan μπάσο – οι μεγάλοι Eleventh House, που όρισαν, και αυτοί, το jazz-rock, και που έφτιαξαν στην πορεία και άλλα καλά άλμπουμ εκεί προς τα mid-seventies.
Κάποια στιγμή στα μέσα των eighties, καθώς δεν μου είχε φύγει η κάψα για το καλό jazz-rock, εντόπισα μερικά ελληνικής κοπής άλμπουμ του Larry Coryell, που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όχι μόνο γιατί είχαν γαμιστερές μουσικές (κοινώς αριστουργήματα του rock και του fusion), αλλά και γιατί τα βινύλια ήταν ελληνικής κοπής («ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ» διάβαζες στο κάτω μέρος του label με… μικρά κεφαλαία γράμματα), χωμένα μέσα σε χοντρά αμερικάνικα εξώφυλλα.
Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς «κόπηκαν» τα συγκεκριμένα LP στην Ελλάδα. Κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές των seventies, ή πιο μετά, και μάλλον πρέπει να είχε βάλει το χεράκι του ο Τάσος Φαληρέας. (Κάτι πρέπει να είχα διαβάσει παλαιά γι’ αυτό, αλλά τώρα αποκλείεται να το βρω). Και δεν είχε «κοπεί» μόνο Larry Coryell, αλλά και άλλα LP της Vanguard, όπως το σπαρακτικό “War War War” του Country Joe McDonald, το “Red Buddha”του Stomu Yamashta και μερικά ακόμη (δεν τα θυμάμαι όλα τώρα), τα οποία γενικώς (για να μην πω και ειδικώς) απουσιάζουν από το discogs.
Και όσον αφορά στον Larry Coryell μιλάμε για τα ασύλληπτα LP του από τα late sixties-early seventies, όπως το “Coryell” του 1969, το “At the Village Gate” του 1971, το “Offering” του ’72 και δεν ξέρω ποια άλλα ακόμη.
Λέμε για δισκάρες, για φοβερά κιθαριστικά άλμπουμ, για ιστορικές line-ups (Bernard Purdie ντραμς, Ron Carter μπάσο, Jim Pepper φλάουτο, Steve Marcus σαξόφωνα κ.λπ.) και βεβαίως για tracks [όπως το “Sex” ή το “Jam with Albert (Stinson)” από το “Coryell”], που σπάνε κόκκαλα σχεδόν 50 χρόνια αργότερα.
"ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ"
Ήταν η εποχή, όταν ο Coryell είχε το status ενός Jimi Hendrix (εντάξει, πιο κάτω…) κάνοντας ακόμη κι εκείνον τον Eric Clapton να δηλώνει στον Frank Kofsky:
“Larry Coryell… he plays a lot of runs about the same as I play. You know, his simple ones. I can’t play all those things that he does, but he can play the things that I do. And he does.
Από το “The Rock Giants/ jazz & pop” [World Publishing, 1970]
Φυσικά, ο Coryell είχε ξεκινήσει νωρίτερα να παίζει κιθάρα – σε δίσκους άλλων, όπως στο “The Dealer” [Impulse!, 1966] του Chico Hamilton ή στο “Nine Flags” [Impulse!, 1966] του Chico O'Farrill, κάνοντας αισθητή την παρουσία του και ως μέλος των Free Spirits, ενός από τα καλύτερα νεοϋορκέζικα ροκ γκρουπ της εποχής. 
Όπως είχαμε γράψει και παλιότερα, για το μοναδικό LP τους, το “Out of Sight and Sound” [ABC S-593, 1967]:
Το άλμπουμ των Free Spirits είναι ηχογραφημένο στο New Jersey, στο τέλος του 1966, από τον Rudy Van Gelder, σε παραγωγή του Bob Thiele. Γενικώς, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα ψυχεδελικό άλμπουμ, ενταγμένο περισσότερο (δηλαδή απολύτως) στο rock στρατόπεδο, παρά στο jazz. Pop, με την ευρύτερη έννοια, τραγούδια συντάσσουν τα Ελεύθερα Πνεύματα, τα οποία (τραγούδια) στην πορεία λαμβάνουν περίεργες διαστάσεις – κάτι που μπορεί να αναζητηθεί, με σιγουριά, στις προσωπικότητες των μουσικών που τους αποτελούσαν (Larry Coryell lead κιθάρα, σιτάρ, φωνή, Columbus Baker ρυθμική κιθάρα, Chris Hills μπάσο, Jim Pepper τενόρο, φλάουτο, Bob Moses ντραμς). Αλλοιωμένοι blues ρυθμοί, αρμονικά φωνητικά, προσεγμένη και όχι μπρούτα garage αισθητική, και βεβαίως τα πνευστά του Pepper να μετατοπίζουν, συχνά, το κέντρο βάρους προς πιο τζαζ καταστάσεις (“Cosmic daddy dancer”, “Storm”). Έτσι ανοίγει το jazz-rock κεφάλαιο...
Μνημειώδεις είναι επίσης, από εκείνη την περίοδο, οι παρουσίες του Larry Coryell σε άλμπουμ τρίτων, όπως στο “Memphis Underground” [Atlantic, 1969] του Herbie Mann ή στα έξοχα άλμπουμ του Steve Marcus, ενώ από την προσωπική, πια, δισκογραφία του δεν γίνεται να λησμονηθούν LP, όπως το “Spaces” [Vanguard, 1970] για παράδειγμα, μαζί με τους John McLaughlin κιθάρα, Chick Corea ηλεκτρικό πιάνο, Miroslav Vitous μπάσο και Billy Cobham ντραμς. Αντιλαμβάνεστε, προφανώς, το βάρος των ονομάτων…
Προς τα τέλη του ’70 ο Larry Coryell τακίμιασε με πολλούς μουσικούς (Philip Catherine, John Scofield, Stephane Grappelli, Chet Baker, Michael Urbaniak, Biréli Lagrène…), ψάχνοντας, πάντα, τα πολλαπλά επίπεδα του fusion, προσφέροντας καλούς δίσκους μέσα στο πνεύμα τής εκάστοτε εποχής.
Θυμάμαι, δε, πως τον παρακολουθούσα και στην εποχή του Jazz & Τζαζ, γράφοντας κείμενα για διάφορα άλμπουμ του, όπως π.χ. για το “Spaces Revisited” [Shanachie, 1997].
O Larry Coryell (δεξιά), με τον Γιώργο Φακανά 
(πηγή: www.fakanas.gr)
Ο Larry Coryell είχε επισκεφθεί τουλάχιστον μία φορά την Ελλάδα, τον Φεβρουάριο του 2007, όταν βρέθηκε στο Αθηνά Live του Γιώργου Φακανά (22-24/2), μαζί με τους Victor Bailey και Lenny White, για live και σεμινάρια.